ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ

ΑΡΘΡΑ ,ΣΧΟΛΙΑ,ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΡΩΜΕΝΑ...

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ..ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΟ-ΠΑΝΤΕΛΟΝΑΔΕΣ



Τους συναντάς σε κάθε υπόγεια διαδρομή .Απάνθρωποι και ικανοί για όλα.
Ζουν για να κάνουν μόνο κακό. Αναπνέουν τον αέρα του ψεύδους και της συκοφαντίας.
Φοράνε συνήθως την μάσκα του ευυπόληπτου πολίτη η του "ευσεβέστατου Χριστιανού" .
Αρέσκονται να διαφημίζουν τυχόν σχέσεις τους με την εξουσία και ιδιαίτερα την εκκλησιαστική.
Κρίνουν και κατακρίνουν τους πάντες και τα πάντα.Παρουσιάζουν εαυτό ως "παντογνώστη " και "ειδικό αναλυτή"πολιτικών,εκκλησιαστικών ,καλλιτεχνικών,δημοσιογραφικών,ιατρικών ακόμα και... αστρονομικών  θεμάτων ενώ είναι άγευστοι με ότι σχετίζεται με τα παραπάνω. 
Αρθρογραφούν  ανωνύμως,η και επωνύμως, με την πένα τους βουτηγμένη στην λάσπη και χαίρονται μόνο όταν δουν το θύμα τους να σπαράζει υπό το βάρος των όσων του έχουν προσάψει .
 Η ζωή τους είναι κατά κανόνα διπλή,αλλιώς παρουσιάζονται στην κοινωνία και διαφορετικό βίο διάγουν.
Στους χώρους εργασίας κερδίζουν αμέσως τον τίτλο του " ρουφιάνου " από τους συναδέλφους ενώ οι εργοδότες τους μετανοιώνουν γρήγορα για την εμπιστοσύνη που τους έδειξαν . 
Δεν πιστεύουν πουθενά άσχετα αν αρέσκονται στους μεγάλους σταυρούς για να κερδίσουν φιλίες που θα τις καταστρέψουν στην συνέχεια πίνοντας το αίμα και αυτών ακόμα των ευεργετών τους.
Η ενδυμασία τους διαφέρει άλλη είναι την ημέρα και διαφορετική την νύχτα.
Αλλά για να είμαστε ακριβείς πρέπει να τονίσουμε πως δεν φοράνε ακριβώς φουστανέλα πάνω από το παντελόνι αλλά φιδοφούστανο,αφού αλλάζουν θέσεις,απόψεις,ιδεολογίες,πατριαρχικές ,αρχιεπισκοπικές αυλές και φιλίες όπως το φίδι το φουστανάκι του η κατ΄άλλους το πουκάμισό του. 
Για να καλύψουν τα αισχρά τους πάθη διαφημίζουν τον ανδρισμό τους σε κάθε ευκαιρία και δεν διστάζουν να κολλήσουν την ρετσινιά του ανήθικου σε όποιον δεν βρίσκουν τίποτα άλλο να πουν και ιδιαίτερα στους ιερωμένους  για τους οποίους τρέφουν  απύθμενο μίσος,άσχετα αν οι περισσότεροι από αυτούς επιδιώκουν γνωριμίες με υψηλόβαθμους Κληρικούς για να παρέχουν ασφαλή κάλυψη στον εαυτό τους.
Από το απύλωτο στόμα τους δεν γλυτώνει κανείς,ότι αξίωμα η βαθμό κι αν κατέχει.
 Ένας καλός φουστανελο-παντελονάς πρέπει να επιδιώξει και να πετύχει κουμπαριά με ανερχόμενο Πολιτικό , μόνο έτσι θα καταφέρει να προσεγγίσει περισσότερα θύματα τάζοντας "λαγούς με πετραχήλια" μέχρι να μάθει και το τελευταίο μυστικό του θύματός του που στην συνέχεια θα το εγκαταλείψει αφού πρώτα το κανει  δημόσια "ρόμπα" .
Κατά κανόνα οι φουστανελο-παντελονάδες καταφεύγουν στον έγγαμο βίο προς κάλυψη ,σύντομα  όμως βρίσκονται εκτός νυμφώνος,λόγω χαρακτήρα η και λόγω ...γείτονα.
 Όταν ακούσεις φουστανελο-παντελονά να σε προσφωνεί "αδελφό " φυλάξου ,σου έχει σίγουρα ανοίξει τον τάφο .
Όταν ένας φουστανελο-παντελονάς μείνει άνεργος δύο λύσεις ακολουθεί συνήθως,η κατεβαίνει  στην πολιτική η γίνεται...παπάς!  Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα.  Αν δεν καταφέρει τον στόχο του κάποιον θα βρεί να του φορτώσει την αποτυχία και όλο το αβυσσαλέο μίσος που κρύβει στην μαύρη καρδιά του θα ξεχυθεί πάνω του. Αν πάλι το πετύχει τότε αλίμονο και τρεις φορές αλίμονο. Σε μια εβδομάδα έχει ρίξει δύο κυβερνήσεις η έχει διαλύσει επτά Μητροπόλεις!
Γνωστός φουστανελο-παντελονάς απέτυχε πρόσφατα να γίνει Διάκος σε Μητρόπολη της Ατττικής και όλο το μένος του ξέσπασε στους πρώην συναδέλφους του που τους κατηγόρησε οτι τον είπανε "ρουφιάνο",ενώ θα έπρεπε να τον πουν  "αρχιρουφιάνο"όπως είναι ο πλήρης τίτλος του,αφού εξ αιτίας του είχαν χάσει την δουλειά τους εκατοντάδες έντιμοι οικογενειάρχες.
Ένας "καθώς πρέπει" φουστανελο-παντελονάς πάντα ισχυρίζεται πως είναι θύμα,ότι τον έχουν "στοχοποιήσει" τα διάφορα συμφέροντα με τα οποία "συγκρούστηκε" υπερασπιζόμενος  "πατρίδα και θρησκεία". 
ΟΙ φουστανελο-παντελονάδες τρέφουν μεταξύ τους μια υπέροχη λυκοφιλία.Ο ένας φυλάγεται από τον άλλο γιατί ξέρει τι τον περιμένει αν ο "αδελφός"του τον βάλει στο στόχαστρο. 
Για τους φουστανελο-παντελονάδες ταιριάζει το του ψαλμωδού.
    "«τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν· 
ιός ασπίδων υπό τά χείλη αυτών, ων το στόμα αράς και πικρίας γέμει, οξείς οι πόδες αυτών εκχέαι αίμα, σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών, και οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν· ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτών» (ψαλμός 13)." 







Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ " ΄Εξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. " Λουκ.η΄ 4-15


 Ὅλα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο περνοῦν καὶ φεύγουν. Ὅλα ἔρχονται καὶ παρέρχονται· ὕστερα χάνονται καὶ σβήνουν καὶ κανένας δὲν τὰ θυμᾶται. Καὶ οἱ ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου καὶ οἱ ἀσχήμιες του· ἡ σοφία καὶ ἡ ἐξυπνάδα· ἡ ἐξουσία καὶ ἡ δύναμη· ὁ πλοῦτος καὶ ἡ αἴγλη… Καὶ μαζὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος περνάει καὶ φεύγει σὰν τὸν διαβάτη ποὺ χάνεται στὸ βάθος τοῦ δρόμου…
Ἕνα μονάχα ἀντιστέκεται στὴ φθορά· ἕνα μόνο μένει ἀμετακίνητο στὴ φυγὴ καὶ στὸ πέρασμα· κι αὐτὸ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ! Αὐτὸς ὁ λόγος μένει πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει τὴ βούληση νὰ τὸν ἀκούει καὶ νὰ τὸν φυλάει μέσα του ὡς τὸν πιὸ πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο θησαυρό.
Ἔτσι, μιλώντας τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, Τὸν ὡμοιάζει ὡς τὸν γεωργὸ ποὺ σπέρνει. Καὶ ἡ σπορά Του εἶναι ὁ λόγος. Ἐμεῖς δὲ ὅλοι εἴμαστε τὸ χωράφι Του· τὸ γόνιμο καὶ τὸ ἄγονο· τὸ καλλιεργημένο καὶ τὸ ἀκαλλιέργητο. Αὐτὸ τὸ χωράφι, ποὺ δὲχεται μὲ θαλπωρὴ τὸν σπόρο, τὸν λόγο Του ἢ ποὺ ἀπορρίπτει τὴ σπορὰ καὶ μένει δίχως καρπό.
Ὁ Χριστὸς ἄλλωστε τὸ εἶπε μὲ σαφήνεια· «ὁ Πατέρας μου εἶναι ὁ γεωργὸς». Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος πὼς ἐμεῖς «εἴμαστε χωράφι τοῦ Θεοῦ». Σ᾿ αὐτὸ τὸ χωράφι, τὸν λαό Του, ὁ Θεὸς μέσα στοὺς αἰῶνες τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ἔστειλε τοὺς Προφῆτες γιὰ μὲν τὸ Ἰουδαϊκὸ ἔθνος καὶ τοὺς φιλοσόφους γιὰ τὰ ἄλλα ἔθνη. Κι αὐτοὶ μὲ τὸν προφητικὸ λόγο ὴ τὶς φιλοσοφίες, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἀποκάλυψαν ἀλήθειες θεϊκές. Δίδαξαν τοὺς λαοὺς γιὰ τὸ θέλημα καὶ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἑρμήνευσαν μὲ διάφορους τρόπους τὸ θεϊκὸ λόγο. Ἔγιναν μὲ ἄλλα λόγια καὶ οἱ ἴδιοι γεωργοὶ καὶ σποριάδες ποὺ ἔσπειραν τὸ θεϊκὸ λόγο.
Ὕστερα ἔρχεται ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὶς οὐράνιες ἀλήθειες, νὰ φανερώσει τὸν Πατέρα Του. Νὰ καλέσει κατόπιν τοὺς ἀνθρώπους νὰ Τὸν ἀκούσουν καὶ νὰ κρύψουν κατάβαθα στὶς ψυχές τους ἐτοῦτον τὸν οὐράνιο θησαυρό.
Ὁ Χριστὸς λοιπὸν ἦλθε «γιὰ νὰ κηρύξει τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» καὶ στὴ συνέχεια «γιὰ νὰ γιατρεύσει κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε ἀδιαθεσία ἀνάμεσα στὸ λαό». Καὶ ἀποτελεῖ τὸν μεγάλο καὶ μοναδικὸ σπορέα τοῦ θεϊκοῦ λόγου. Σπέρνει ἀδιάκοπα καὶ ἀφειδώλευτα πρὸς κάθε κατεύθυνση. Πλούσια παρέχει τὸν λόγο καὶ μὲ ἀφθονία δωρίζει τὰ οὐράνια δῶρα Του.
Ὁ λόγος Του φέρει τὸ θεϊκὸ κῦρος· ἡ δυναμικὴ καὶ βαρύτητά Του καταγράφεται ὡς μοναδικὴ ἀπὸ τὸν λαό. Γιατὶ αὐτὸς ὁ λαὸς τονίζει πὼς «οὐδέποτε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο λάλησεν ἄνθρωπος, ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος», δηλαδὴ ὁ Χριστός.


Στὴ συνέχεια, τέλος, ἦλθαν οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μέχρι τὰ σημερινὰ χρόνια. Διάκονοι τοῦ θεϊκοῦ λόγου, γεωργοὶ στὸ χωράφι τοῦ Θεοῦ. Σπέρνουν δίχως διακοπὴ καὶ δίχως τσιγκουνιά. Γι᾿ αὐτὸ «ἡ φωνὴ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου… ἐβγῆκεν εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ οἱ λόγοι τους ἀκούσθηκαν εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης» κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Μὲ ἁπλοχεριὰ λοιπόν, πλούσια καὶ ἄφθονα παρέχουν τὸν καρποφόρο σπόρο στὸ χωράφι καὶ ὁ Θεὸς τελικὰ θὰ εὐλογήσει γιὰ τὴν καρποφορία του.
Άκριβῶς ὅπως ὁ γεωργὸς σὰν σπέρνει, δὲν μετράει τοὺς σπόρους, μήτε ὁρίζει τὸν τόπο ποὺ θὰ πέσει, ἔτσι καὶ οἱ διάκονοι τοῦ θεϊκοῦ λόγου, δὲν μετροῦν τὸ πόσο, μὰ τὸ πῶς θὰ σπείρουν. Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν πλούσια σπορά, ἄλλοι σπόροι θὰ πᾶνε χαμένοι καὶ ἄλλοι θὰ πιάσουν τόπο· θὰ ριζοβολήσουν καὶ θὰ καρποφορήσουν.
Τελικὰ δὲ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πῶς ριζώνει, πῶς αὐξάνει, πῶς καρποφορεῖ, εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα.Πῶς κάνει δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀκούσει, νὰ τὸν φέρει σὲ κατάνυξη! Πῶς πιάνει στὴ σαγήνη του τὸν κάθε ἕνα μας καὶ παρέχει νάματα σωτήρια! Πῶς ριζοβολάει ἐντός μας καὶ ρίχνει ρίζες στέρεες καὶ βαθειές, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ξεριζώσουν τὰ διάφορα χτυπήματα. Πῶς ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ μετάνοια καὶ τὴν συγγνώμη. Πῶς; Μὲ ποιὸ τρόπο; Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ ἑρμηνεύσει; Μονάχα ὁ Θεὸς γνωρίζει κι Αὐτὸς τὸν καθοδηγεῖ!
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ Εὐαγγέλιο, ἔχει μιὰ μυστηριακὴ ἐσωτερικὴ δυναμική. Γι᾿ αὐτό, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἀνθρώπινος λόγος στέκεται ἀνήμπορος καὶ ἀδυνατεῖ νὰ πράξει κάθε τὶ ἢ νὰ φέρει κάποια ἀλλαγή, ὁ θεϊκὸς λόγος λειτουργεῖ μὲ ἄνεση καὶ εὐκολία περισσή.
Ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι γνωστὸ πὼς μπορεῖ νὰ μᾶς ὁμιλήσει γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη· γιὰ τὴ τέχνη καὶ τὶς μηχανὲς ποὺ μποροῦν ἀκόμη νὰ μᾶς πᾶνε στ᾿ ἄστρα καὶ τόσα ἄλλα. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ μᾶς πεῖ τίποτε γιὰ τὸ πῶς μποροῦμε ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς πτώσεις μας. Πῶς μποροῦμε νὰ κατακτήσουμε τὴν σωτηρία τῆς ὑπάρξεώς μας. Γιατὶ αὐτὸ μονάχα ὁ θεϊκὸς λόγος μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ πεῖ. Ἑπομένως ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀκοῦμε. Μιλάει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός!
Καὶ ὀφείλουμε νὰ τὸν διαφυλάττουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.Ὕστερα δὲ νὰ πράττουμε κατὰ πὼς αὐτὸς ὁ θεϊκὸς λόγος μᾶς καθοδηγεῖ. Ἔτσι μόνο εἴμαστε τὰ δικά Του παιδιά, ποὺ Τὸν ἀκοῦμε καὶ Τὸν ἀκολουθοῦμε, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ καὶ ὑπαρξιακό μας συμφέρον. Κι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνοῦμε ποτέ. 


Αρχιμ,Νικηφόρος Πασσάς 
Πηγή:http://www.imml.gr/ 

Ευαγγέλιο Κυριακής: Λουκ. η΄ 4-15
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· 5 ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· 6 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· 7 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. 8 καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 9  Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη; 10 ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. 11 ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 12 οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 13 οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ρίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. 14 τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. 

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

"Ὁ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ", ὑπό Σεβ. Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου

"Ὁ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΕΖΗΣΑ", ὑπό Σεβ. Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου, Διευθυντοῦ τοῦ Ἰδιαιτέρου Πατριαρχικοῦ Γραφείου.


Στην μνήμη του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου ,δημοσιεύομαι ένα  άρθρο του Σεβασμιώτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κ.Δημητρίου ,γραμμένο με σεβασμό και αγάπη προς  το πρόσωπο και το έργο του αείμνηστου Πρωθιεράρχου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  

           

"  Δέκα χρόνια πέρασαν ἀπό τήν κοίμησί του καί τό θεωροῦσα παράλειψι νά μή ἔχω καταθέσει κάπου καί τῆς δικῆς μου ψυχῆς τό περιεχόμενο γιά τόν Γέροντά μου, τόν μακαριστό Πατριάρχη Δημήτριο, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστα λόγια ἄρθρου μου κατά τίς ἡμέρες τῆς ἀπωλείας Του σέ Κωνσταντινουπολίτικη ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν. 

Βεβαίως μέ τίς σκέψεις-καταθέσεις πού θά ἀκολουθήσουν, ἀσφαλῶς δέν πιστεύω ὅτι πρόκειται νά προσθέσω κάτι περισσότερο περί αὐτοῦ στίς συνειδήσεις ἀμετρήτων ψυχῶν πού τόν ἐγνώρισαν καί κάπως τόν ἔζησαν καί πού ὅλες ἀνεξαιρέτως ἔννοιωσαν τήν σπάνια ὀμορφιά τῆς ψυχῆς του, μιά ὀμορφιά μοναδική πολλές φορές. Ἄλλωστε, ἡ γνήσια ταπείνωσις καί ἡ καλωσύνη, ἡ τακτοποιημένη ψυχή πού λέμε-αὐτή πού ἀναπαύει-    δέν εἶναι καταστάσεις πού περιγράφονται· ἀποτελοῦν χάρη πού βιώνεται.
Γι᾿ αὐτό καί μέ εὐκαιρία τό δεκαετές μνημόσυνό του (2 Ὀκτωβρίου 2001) καί μόνον ἐξ εὐγνωμοσύνης καί ψυχικῆς ἀνάγκης ἐπιχειρῶ κάτι νά γράψω γιά τόν πολυφίλητο Πατριάρχη Δημήτριο, στόν ὁποῖο ὀφείλονται ἐξ ὁλοκλήρου ὅλες οἱ καθοριστικές ἀποφάσεις καί στιγμές τῆς ζωῆς μου: νά εἰσαχθῶ στήν Χάλκη· νά σπουδάσω Θεολογία· νά καλλιεργήσω τήν ἱερατική μου κλῆσι καί νά χειροτονηθῶ πολύ νέος· νά σταδιοδρομήσω κοντά του στό Φανάρι· καί νά δεχθῶ μετά δεκαεξαετία καί τήν Ἀρχιερωσύνη ἀπό τά χέρια του.

Ὅπως κάθε πορεία ἀνθρώπινη καί ἡ πορεία μου αὐτή, πού χωρεῖ σέ λίγες γραμμές καί πού καλύπτει ἕνα τέταρτο αἰῶνος καί πλέον, παρ᾿ ὅτι ἀνοδική κατά τήν περιγραφή καί χαροποιός ἴσως στήν ἀνθρώπινη φαντασία, δέν παρῆλθε ἄνευ πειρασμῶν καί θλίψεων. 
Ἐν τούτοις, ὀφείλω νά καταθέσω μέ μιά ἐντελῶς ξεχωριστή συγκίνησι, ὅτι ἀπό τούς ὅποιους πειρασμούς αὐτῶν τῶν δεκαετιῶν οὐδείς ὀφείλεται σ᾿ αὐτόν. Σ᾿ ἐκεῖνον ὀφείλονται μόνον οἱ συμβουλές, οἱ ἀνοχές, οἱ χαρές. Γι᾿ αὐτό καί σέ ἀνθρώπινες στιγμές του ἔλεγε: «ὅταν λείψω θά μέ γυρεύετε». Τό ἔλεγε μέ πικρό μειδίαμα πάντοτε στά χείλη· χαρακτηριστικό συναισθήσεως ἴσως ἀπό μέρους του τῆς διαφορᾶς τῆς ψυχικῆς του ποιότητος, γιά τήν ὁποία ὅμως δέν μίλησε ποτέ στήν ζωή του. Μιλοῦσε μέ τήν σιωπή του τίς περισσότερες φορές, τήν τόσο εὔγλωττη καί ἀποστομωτική.
Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος δέν ὑπῆρξε ποτέ ὑποτακτικός διακριτικοῦ Γέροντος, οὔτε εἶχε τήν εὐκαιρία καί τήν τιμή τῆς ἐπί μακρόν μοναστηριακῆς ἀσκήσεως καί ὀλίγης ἔστω ἡσυχαστικῆς ἐργασίας. Στόν κόσμο τόν ἔταξε ὁ Θεός νά διακονήσῃ τήν Ἐκκλησία, πάντα στόν κόσμο, τόν πολύ, τόν θορυβώδη καί τόν φλύαρο. Καί ὅμως διέθετε χαρίσματα πού γιά ἕνα μέγα ἀριθμό ἀνθρώπων πίστεως, ὑπῆρξαν καρπός πολυχρόνιας ἀσκήσεως καί ἀγώνων πνευματικῶν. Ὁμιλοῦμε, λοιπόν, γιά ἄφθονο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ποτέ δέν τόν ἐγκατέλειψε, πάντοτε τόν κατεδίωξε, γι᾿ αὐτό ὑπῆρξε μέχρι τέλους χαριτωμένος. 

Πῶς ὅμως τό ἀπέκτησε καί τό διετήρησε τό ἔλεος αὐτό; Ἐφ᾿ ὅσον ὑποτακτικός δέν ὑπῆρξε, μοναστηριακός δέν ὑπῆρξε, ἀσκητικός δέν ὑπῆρξε. Τότε τί ὑπῆρξε; Ὑπῆρξε ταπεινός. Ποτέ ταπεινοφανής καί σεμνότυφος. Ταπεινός γιά πάντα. 
Θά ἤθελα νά ὁμολογήσω, ὅτι αὐτή του τήν ψυχή τήν ἀνεξίκακη καί ὡραία καί κυρίως τήν ἐν γένει ταπεινή του προαίρεσι καί τήν ἀπερήφανη στάσι τῆς ζωῆς του, δέν ἦτο ἀσφαλῶς δυνατόν νά τήν νοιώσω ἔντονα καί εἰς βάθος στά δώδεκά μου χρόνια, ὅταν τόν ἐγνώρισα καί τόν πλησίασα. Περιοριζόμουν στό καλός, πού ἴσως τά λέγει ὅλα. Στά δεκαέξι μου ὅμως, τέλος τοῦ 1968, μετά παρέλευσι δηλαδή τετραετίας ἀπό τῆς γνωριμίας μου μαζί του καί ὡς μαθητής τῆς Χάλκης πλέον, κάτι ἰδιαίτερο καί βαθύτερο ἔννοιωσα μέσα μου γι᾿ αὐτόν, ὅταν κατά τήν διάρκεια ἐπισκέψεώς του στήν Σχολή τόν βρῆκα ἀργά τό ἀπόγευμα νά κάθεται μόνος του στό ὑπνοδωμάτιό του, στό ὁποῖο τοῦ ὑπεδείχθη νά περιμένῃ τήν ὥρα τοῦ δείπνου, μή προσκληθείς-ὡς μή λόγιος ἴσως- στήν αἴθουσα ἀδολεσχίας τῶν καθηγητῶν. Σέ σχετική μου ἐρώτησι -ἀδιάκριτη ἴσως γιά τήν ἡλικία μου- μοῦ ἀπήντησε: «ἐγώ δέν εἶμαι καθηγητής, παιδί μου· τί ἔχω νά πῶ· ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις μου». Τό εἶπε μέ κάποια πικρία, ὄχι ὅμως μέ ἀγανάκτησι· ἁπλῶς, Ἐπίσκοπος ὤν, ἐδέχθη σιωπηλά τήν περιφρόνησι. 

Ἔκτοτε, ἄρχισε νά μέ προβληματίζῃ ἐντονώτερα αὐτή του ἡ ψυχική ἰδιαιτερότης, τήν ὁποία ὅταν πρόσεχε κανείς λίγο τήν διέκρινε σέ πολλές ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Μία ἰδιαιτεραιότης, τήν ὁποία, δυστυχῶς, μόνον τήν ἀκοῦμε στήν ζωή μας πληθωρικά κηρυττομένη καί συνιστωμένη, ἀλλά σπανιώτατα μέχρι καθόλου βιουμένη ἀπό τούς ἀνθρώπους· καί ἴσως πιό πολύ ἀπό τούς πάσης φύσεως ὀφφικιούχους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα καταβάλλουν προσπάθεια, ὥστε τήν ὑπερηφάνειά τους νά τήν περιβάλλουν μέ κάλυμμα ταπεινώσεως «πού ἔχει πέρασι»! Ἡ προσπάθειά τους ὅμως αὐτή, ἡ δόλον ὑποκρύπτουσα, πάντα ἐκθέτει καί ἀπογοητεύει. Διότι ἡ ταπείνωσις εἶναι ψυχική δύναμις καί χάρις, δέν εἶναι ρόλος!

Μέ τήν προσθήκη χρόνου, λοιπόν, στήν πνευματική σχέσι μου μέ τόν Πατριάρχη Δημήτριο καί σέ συνδυασμό μέ τά ὅσα διάβαζα σέ ἱερές σελίδες, ἄρχισα ἐπισταμένα νά τόν παρακολουθῶ καί νά τόν θαυμάζω. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἄλλωστε, νά μή θαυμάσῃ κανείς κάτι ὡραῖο καί σπάνιο, πού συνάμα συγκινεῖ βαθειά καί τήν ψυχή. 
Ὁ θαυμασμός μου αὐτός ἄρχισε νά ἐκδηλώνεται ἤδη    κατά τά πρῶτα τέσσαρα χρόνια τῆς Ἀρχιερατικῆς του ζωῆς (1964-1968), πού συνέπεσαν μέ τά πρῶτα τέσσαρα τῆς δικῆς μου ἐπικοινωνίας μαζί του καί προήρχετο ἀπό τήν ἐν γένει στάσι του ὡς Ἀρχιερατικῶς Προϊσταμένου τῆς Κοινότητος Ἁγίου Δημητρίου Ταταούλων, τῆς καί γενετείρας μου. Σ᾿ αὐτά τά τέσσαρα χρόνια παρηκολούθησα καί    ὅσο ἦτο δυνατόν σ᾿ ἕνα ἔφηβο ἔζησα σχεδόν σέ καθημερινή βάσι ἕνα διαφορετικό Δεσπότη· τόσο διαφορετικό στήν ἀνεπιτήδευτη συμπεριφορά καί τήν ἀπόλυτη ἀκακία, πού ἀναγκάζομαι νά ὁμολογήσω, ὅτι μέχρι στιγμῆς, μετά παρέλευσι δηλαδή τριάντα    πέντε ἐτῶν, δέν συνήντησα δεύτερο.


Ἡ ἀπέραντη καλωσύνη του, σέ συνδυασμό μέ τό πάντοτε σιωπηλό, ἀλλ᾿ ἀποδοτικό ἐφημεριακό καί διδασκαλικό ἔργο του στήν πολυάνθρωπη τότε Κοινότητα τῶν Ἁγίων Δώδεκα Ἀποστόλων Φερίκιοϊ -στήν ὁποία ἐπί χρόνια ἱεράτευσε πρό τῆς ἀνυψώσεώς του εἰς Ἐπίσκοπον- πολλές φορές ὡδήγησαν ἐν σώματι τούς λαϊκούς συνεργάτας του στό Φανάρι, γιά νά ζητήσουν μέ ἀποκλειστικά δική τους πρωτοβουλία ἀπό τόν μακαριστό Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, μέ ὅλη τήν εὐλάβεια βέβαια τήν προαγωγή του σέ Ἀρχιερέα. Ὁ μεγάλος ἐκεῖνος Πατριάρχης, δέν ἱκανοποιοῦσε γιά χρόνια τό αἴτημα. Κατά τήν ἔκφρασί του ὁ Δημήτριος ἦταν «λίγος»...

Πολλές φορές, λοιπόν, προβληματίσθηκα καί θά προβληματίζωμαι πάντοτε πάνω στήν ἀπέραντη διαφορά τῶν κριτηρίων τῶν ἀνθρώπων -τῶν ἔστω μεγάλων- καί ἐκείνων τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἐκκλησιαστική ἡγεσία ἦταν λίγος, γιά τόν Θεό ὅμως διέθετε πνευματικά ἀποθέματα, τά ὁποῖα στήν συνέχεια τῆς ζωῆς του ἐπηρέασαν καί γοήτευσαν τήν οἰκουμένη! Τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ὑπῆρξα αὐτόπτης μάρτυς ὡς Διάκονος καί Ἀρχιδιάκονός του ἐπί δεκαπενταετία. 

Εἷδα καί ἔζησα δηλαδή ἀμέτρητες φορές πόσο οἱ ἅνθρωποι λαχταροῦν τό γνήσιο, τό σεμνό, τό μειλίχιο, πού τόσο ἄφθονα διέθετε ὁ Πατριάρχης Δημήτριος, καί πόσο ἐνθουσιάζονται, χαίρουν, συγκινοῦνται καί οἰκοδομοῦνται ὁσάκις ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ τά χαρίσματα αὐτά, ἐν ἀντιθέσει πρός τό στημένο ὕφος πού ποτέ δέν ὁμιλεῖ καί δέν ἀναπαύει τήν ψυχή, ὅση ἐπιτηδειότητα καί ἄν διαθέτῃ, ὅσο πλῆρες καί ἄν εἶναι τό μυαλό πού τό διαμορφώνει καί τό ἐλέγχει. Ὑπῆρξα αὐτήκοος μάρτυς εὐρωπαϊκοῦ ἰδιωτικοῦ τηλεοπτικοῦ προγράμματος, κατά τό ὁποῖο ὁ ἐκφωνητής συγκρίνοντας τόν Πατριάρχη Δημήτριο μέ πνευματικό ἡγέτη τῆς Δύσεως, τόν ἐχαρακτήρισε «ὡς προσωποποίησι τῆς ἁπλότητος» καί τόν ἄλλον ὡς «προσποίησι τῆς ἁπλότητος»!

Ὅσο ζοῦμε ἐμεῖς πού εἴχαμε τήν τιμή νά τόν διακονήσουμε ἐπί χρόνια ὡς μέλη τῆς Πατριαρχικῆς του Αὐλῆς, θά διατηροῦμε πάντοτε στήν ψυχή μας μέ ἐξαιρετική συγκίνησι τήν ἀνάμνησι τῆς μοναδικότητος αὐτῆς του τῆς ἁπλότητος καί τῆς καλωσύνης τοῦ χαρακτῆρος του.

Δέν θά τό διετύπωνα αὐτό ἔτσι, ἐάν ὁ Πατριάρχης Δημήτριος δέν κατεῖχε τό ὕπατο τῆς Ἐκκλησίας ἀξίωμα. Διότι ὅσο δυσχερές καί ἄν εἶναι    δέν εἶναι ἀνέφικτο νά συναντήσῃ κανείς μεταξύ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων λαμπρούς χαρακτῆρας-αὐτούς, ἄλλωστε, μακαρίζει καί ὁ Θεός-. Εἶναι ὅμως σχεδόν ἀνέφικτο νά διακρίνῃ κανείς τήν λάμψι αὐτή στόν ἔσω ἄνθρωπο αὐτῶν πού κατέχουν ὑψηλά ἀξιώματα, τά ὁποῖα δυστυχῶς συμβάλλουν πολλές φορές, ὥστε νά ἔλθῃ γρήγορα στήν ἐπιφάνεια ὁ ρύπος τῆς ψυχῆς. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος, διετήρησε μέχρι τέλους τόν ἴδιο ἀνθρώπινο χαρακτῆρα, αὐτόν πού διέθετε σέ ὅλη τήν προτέρα ζωή του.

Τήν ζωή του τήν κοσμοῦσαν κυρίως, ἡ βαθειά πίστις καί εὐθύς μετά ἡ ἀνεξικακία καί ἡ σεμνότης, ἡ διάκρισις καί ἡ σύνεσις, ἡ γνήσια εὐγένεια καί ἡ προσήκουσα σοβαρότης, ἡ εὐσπλαγχνία καί ἡ συγχωρητικότης του. Ὅλες δέ αὐτές οἱ ψυχικές ἀρετές μέ τά παρακλάδιά τους, συνέθεταν τήν ταπείνωσί του καί τήν ἀνεξάντλητη ἀγάπη του.

Στήν συνέχεια θά προσπαθήσω νά ἀναφερθῶ διά πολύ ὀλίγων σ᾿ αὐτά του μόνον τά ἱερά χαρίσματα καί θά κατακλείσω. Δέν θά ἐπαναλάβω τά βιογραφικά του καί τά πολλά ἐπιτεύγματα τῆς Πατριαρχίας του. Πρῶτον, διότι αὐτά ἔχουν πολλές φορές γραφῆ, καί δεύτερον, διότι γιά τήν πραγμάτωσι τῶν ἐπιτευγμάτων    αὐτῶν συνειργάσθησαν μαζί του καθοριστικά οἱ συνυπεύθυνοι Ἱεράρχαι τοῦ Θρόνου καί μάλιστα, ὁ ἐκ τῶν κορυφαίων Ἀρχιερέων τῆς ἐποχῆς μας ἀείμνηστος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζῆς, εἰς τήν ἀπό Θεοῦ κρίσιν τοῦ ὁποίου, ἄλλωστε, ὀφείλεται ἡ προβολή καί ἡ ἐν συνεχείᾳ ἐκλογή του εἰς τόν Οἰκουμενικό Θρόνο (16 Ἰουλίου 1972), ἀπό Ἴμβρου καί Τενέδου. Τό ψυχικό του κάλλος ὅμως πού κυρίως ἐχαρακτήρισε αὐτόν καί τήν Πατριαρχία του ἐνέχει μοναδικότητα. Αὐτῆς, λοιπόν, κάποια ἐλάχιστα στίγματα ἐπιθυμῶ νά προβάλλω εἰς μνημόσυνον αἰώνιον.

Ἦταν ῎άνθρωπος πίστεως ὁ Πατριάρχης Δημήτριος. Τό ἔδειχνε, ἄλλωστε, ἡ ὅλη στάσις τῆς ζωῆς του καί ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς του, τήν ὁποία κυρίως ζούσαμε κατά τήν Θεία Λειτουργία, ὅσο πολύωρος καί ἄν ἦτο. Προσωπικά, ἔννοιωθα τήν πίστι του αὐτή στίς ἀμέτρητες χοροστασίες του, κατά τίς ὁποῖες ἱστάμενος πάντοτε πλησίον του, παρακολουθοῦσα τήν ταπεινή προσευχή του. Ζητοῦσε καί ἀπό μᾶς σεμνή στάσι ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ χωρίς κινήσεις καί ὁμιλίες. Τόν ἐνοχλοῦσε ἡ συνήθεια τοῦ λαοῦ μας νά ἔρχεται στό Δεσποτικό γιά χειροφίλημα κατά τόν Ὄρθρο καί δέν τό ἐπέτρεπε. Τό ἐπέτρεπε μόνον κατά τήν διανομή τοῦ ἀντιδώρου, πού εἶναι ἡ ὥρα του, ἔλεγε. 

Πέραν τούτων ὅμως, ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἐδέχθη στήν ζωή του, κατά τά ἀνθρώπινα, πολλές ἀπογοητεύσεις, περιφρονήσεις «φίλων» καί «ἀδελφῶν» καί βαθειές πικρίες, ἀπό τίς ὁποῖες κατά τά τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του δέν ἔλλειψε ἀκόμη καί ἡ ἐξ οἰκείων τοῦ Θρόνου εἰσήγησις παραιτήσεως. Πολλές ἐξ αὐτῶν τίς γνωρίζαμε ἤ τίς νοιώθαμε, γι᾿ αὐτό καί μετά δέους παρακολουθούσαμε, ὅτι κατά τήν ἀπό τόν ἴδιο ἀντιμετώπισι τῶν πειρασμῶν αὐτῶν, τό μόνο πού ἐπισταμένα προσπαθοῦσε ἦταν νά μή πικράνῃ καί νά μή ἐπιτρέψῃ καί ἄλλους νά πικράνουν αὐτούς πού τόν ἐπίκραναν. Ἡ πικρία τοῦ συνανθρώπου του-τοῦ ἐνόχου ἔστω- τόν ἐνοχλοῦσε ἔκδηλα, γι᾿ αὐτό καί ποτέ στήν    ζωή του δέν συνέβαλε σ᾿ αὐτήν. Αὐτό, λοιπόν, δέν εἶναι πίστις; Ὅλοι λέμε, εἶναι, καί μάλιστα ἐνθυμούμενοι καί τήν Πατερική μας διδασκαλία, ὅτι, ἡ μεγάλη πίστις ἐκδηλώνεται ὄχι τόσο στήν ἱκανότητα νά κάνῃς κάτι, ὅσο στήν ἱκανότητα νά ὑποφέρῃς κάτι!

Ἦταν ἄνθρωπος ἀνεξίκακος καί σεμνός ὁ Πατριάρχης Δημήτριος. Γι᾿ αὐτές του τίς χάρες θά μποροῦσε νά γραφῇ μιά πραγματεία καί ὄχι μόνον λίγες γραμμές. Παρά ταῦτα, ἐπιχειρῶ τίς λίγες γραμμές, διότι τήν πραγματεία τήν ἔγραψε στίς ψυχές ὅλων ὁ ἴδιος μέ τήν ζωή του. 

Ὅσο περνᾶνε τά χρόνιά μας καί ἐρχόμεθα σέ συχνή ἐπαφή μέ τήν ποικιλία τῆς ἀνθρωπίνης μικροψυχίας καί τῶν ἐξ αὐτῆς παθῶν, τόσο περισσότερο μᾶς συγκινεῖ τό διά βίου ἀνεξίκακον τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου. Κατά τήν ζωή του, ἀποστώμοσε τούς πάντας μέ τήν δυνατή προαίρεσι τῆς ψυχῆς του νά βοηθήσῃ καί νά τιμήσῃ ὅσο περισσότερο μποροῦσε πρόσωπα πού τόν ἔθιξαν καί τόν ἔβλαψαν.


Ἕνα μόνο τεκμήριο αὐτῆς του τῆς ἀνεξικακίας θά ἀναφέρω, τούς ἱερούς καρπούς τοῦ ὁποίου βιώσαμε ὅλοι ἐμεῖς πού τόν διακονήσαμε ὡς μέλη τῆς Αὐλῆς του. Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος κατά σύστημα καί πεποίθησιν ζωῆς δέν ἐδέχετο κατηγορίες, ὅσο τεκμηριωμένες καί ἄν ἦσαν, ὅσο ἄμεσα καί ἄν συνεδέοντο τυχόν μέ τό πρόσωπό του. Οὐδείς μποροῦσε νά τόν ἐπηρεάσῃ καί νά τόν προδιαθέσῃ ἀρνητικῶς γιά κάποιον ἤ κάποιους, ἀκόμη καί ὁ πλέον οἰκεῖος του, καί ὁ στενώτερος συνεργάτης του. Μέ τήν στάσι του, ἐνίοτε τήν διακριτική παρατήρησί του καί ποιό πολύ μέ τήν «πεισματικά» ἀνεπηρέαστη βούλησί του, συνέβαλε, ὥστε νά μή ἐπαναληφθῇ ἡ ὅποια, ἐν εἴδει πληροφορίας συνήθως, κατηγορία. Καί ἔτσι ἐδίδασκε καί «τιμωροῦσε». Θά ἔλεγα δέ, ὅτι, ὡς ἐκ τούτου κυρίως, τά χρόνιά μας πλησίον του πέρασαν εἰρηνικά καί οἰκοδομητικά. 
Περί τῆς σεμνότητός του καί οἱ «λίθοι κεκράξονται»! Τόν συνηθίσαμε νά τόν βλέπουμε ἐπί χρόνια χωρίς διακριτικά· πάντοτε μέ ράσο καί καλυμμαύχι μόνον.
Πολλές ἦταν οἱ φορές πού κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τά Πατριαρχεῖα συναντοῦσε καί χαιρετοῦσε εἰσερχομένους προσκυνητάς, οἱ ὁποῖοι μετά τήν ἀναχώρησί του ἔκθαμβοι ἐπληροφοροῦντο ὅτι ὁ ἀναχωρήσας ἦταν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης! 

Στίς μέρες μας, ἡ περί τά ἱ. ἄμφια συστηματική ἐνασχόλησις τῶν κληρικῶν παντός βαθμοῦ καί ὁ πλατύς σχολιασμός τῆς ἀμφιέσεως τῶν ἄλλων εἶναι κάτι δυστυχῶς συνηθέστατο. 
Οἱ διατελέσαντες Ἀρχιδιάκονοι καί Διάκονοι τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου γνωρίζουν καλῶς, ὅτι οὐδεμία ματαιόδοξη ἐντύπωσι τόν προξενοῦσαν τά βαρύτιμα Πατριαρχικά ἄμφια κατά τήν ἀπό τόν ἴδιο ἀμφίεσί τους καί οὐδεμία ἐπίσης ἔδειχνε προσοχή πρός ὅ,τι ἱστορικῆς ἀξίας ἐνδεχομένως ἔφεραν οἱ συλλειτουργοί του. Ὄχι βέβαια ἀπό ἀδιαφορία, ἀλλά ἀπό σεμνότητα καί διάκρισι. Τόν ἐνδιέφερε μόνον ἡ κατανυκτική τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας· δέν πρόσεχε τίποτα ἄλλο. Αὐτή του, λοιπόν, ἡ ἱερά συνήθεια, δημιουργοῦσε τέτοια ἀτμόσφαιρα, στήν ὁποία δέν εἶχαν ποτέ θέσι οἱ «ἀπό καθέδρας» μειωτικές παρατηρήσεις. Συγχωροῦσε δέ αὐτοστιγμεί ἀκόμη καί τήν πλέον σημαντική παράλειψι ἱερέως ἤ διακόνου του. 
Ἡ πανθομολογουμένη σεμνότης καί ἀνεξικακία του αὐτή, ἐνισχύετο κατά πολύ, ἀπό τήν πρᾳότητα καί τήν ὑπομονή του, μέ τήν ὁποία ἀφώπλιζε τούς πάντας. 


Μέ τήν ἴδια ἀπέραντη ὑπομονή καί πρᾳότητα ἀντιμετώπισε στήν ζωή του τήν ἀδοξία καί τήν δόξα, τήν ὑποτίμησι καί τήν τιμή, τήν χλεύη καί τόν κατά συνθήκην ἔπαινο. Εἶναι δέ ἀξιοθαύμαστο, ὅτι οἱ ἐναλλαγές καί ἀντιθέσεις αὐτές, τίς ὁποῖες εἰς τό ἔπακρον ἔζησε, δέν δημιούργησαν ποτέ πλέγματα στήν ψυχή του, πού καθιστοῦν συνήθως τόν σημερινό ταραγμένο ἄνθρωπο εὐμετάβλητο καί σχιζοφρενικό. 

Ἐπιστάμενα τόν παρατηροῦσα. Ἦταν ἀπολύτως ὁ ἴδιος σέ σεμνή ἔκφρασι καί αὐθεντικότητα, ἀκόμη καί στίς ἄκρως ἀντίθετες μεταξύ των ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς. 
Καί ὅταν π.χ. προσευχόταν μέ μόνον τά μέλη τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς καθημερινῶς στό Ἰδιαίτερο Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο, ἀλλά καί ὅταν παρακολουθοῦσε καί εὐλογοῦσε ἀπό τό Προεδρικό θεωρεῖο τοῦ Kennedy Center τῆς    Waschington D.C. τήν ἐξ ἑκατοντάδων μελῶν Φιλαρμονική Ὀρχήστρα τῆς Ἀμερικανικῆς Πρωτευούσης, πού ἔψαλλε στά ἑλληνικά τόν εἰδικά ἐνορχηστρωμένο Πολυχρονισμό του, ἐνῷ οἱ χιλιάδες παριστάμενοι τόν χειροκροτοῦσαν ὄρθιοι.
Ἦταν ὁ ἴδιος ὅταν τόν ζούσαμε κατά τήν καθημερινότητά του στό Φανάρι, ὁ ἴδιος καί ὅταν τόν παρακολουθοῦσα στό Blair House, τόν οἶκο φιλοξενίας Ἀρχηγῶν Κρατῶν τῶν ΗΠΑ, πού τοῦ παραχωρήθηκε ἀπό τόν Πρόεδρο Μπούς, ἤ τήν σου´ϊτα τοῦ Στρατηγοῦ Γιαρουζέλσκυ στά Ἀνάκτορα τοῦ Otwock τῆς Βαρσοβίας.

Ἦταν ἀπολύτως ὁ ἴδιος κατά τήν ἐπίσκεψι τῆς μικρᾶς π.χ. Κοινότητος Ἁγίου Νικολάου Ὑψωμαθείων μέ τούς ἐλαχίστους πιστούς, ἀλλά καί κατά τόν ἑσπερινό εἰς τόν περικαλλῆ Ναό τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀχαρνῶν, μέ χιλιάδες ἀνθρώπους νά τόν χειροκροτοῦν αὐθόρμητα καί κυριολεκτικῶς ἀσταμάτητα κατά τήν ἱστορική καί ἀνεπανάληπτη ἐκείνη Πατριαρχική ἐπίσκεψι στήν Ἀθήνα τόν Νοέμβριο τοῦ 1987. 

Προσπαθοῦσα μέσα ἀπ᾿ αὐτές τίς ἐναλλαγές νά διακρίνω κάποια δόσι ἔστω μεμψιμοιρίας ἀπό τήν μιά καί σαρκασμοῦ καί ματαιοδοξίας ἀπό τήν ἄλλη. Στάθηκε ἀδύνατο. Συγκίνησι μόνον διέβλεπα καί δοξολογία πρός τόν Θεό, ἀλλά καί εὐχαριστία πρός τούς ἀνθρώπους πού πιστά τόν διακονοῦσαν. Ψυχικές μεταπτώσεις, πού ὁδηγοῦν σέ αὐτόματη ἀλλαγή συμπεριφορᾶς, δέν παρατηρήθηκαν ποτέ κατά τήν Πατριαρχία του. 

Γι᾽ αὐτό καί μπόρεσε νά διατηρήσῃ καί τό χάρισμα τῆς συνέσεως, πού ἐπίσης διέθετε καί πού τό ὁποῖο οἱ ψυχικές ἀστάθειες τό περιθωριοποιοῦν εἰς βάρος τῆς εὐθύνης καί τῆς ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς καί προσφορᾶς.
Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος, δέν κατεῖχε ἐπαρκῶς τήν κατ᾿ ἄνθρωπον σοφία. Τήν ψυχή του τήν ἐπηρέασε μόνον ἡ κατά Θεόν σοφία, γι᾿ αὐτό καί πρωτίστως διέθετε αὐτογνωσία, δηλαδή κατεῖχε τόν ἑαυτό του. 

Ἐγνώριζε ὡς ἄριστα τί εἶναι καί τί δέν εἶναι ὁ ἴδιος καί ἐτίμα πολύ αὐτούς πού ἐκάλυπταν τίς τυχόν ἐλλείψεις του καί τόν ἐστήριζαν, χωρίς ποτέ ὅμως νά μεμφθῇ καί αὐτούς πού παρέβλεπαν τήν ἐπάρκεια τῆς ψυχῆς του. 
Ἐγνώριζε ἐπίσης καλῶς τί εἶναι καί τί δέν εἶναι καί οἱ περί αὐτόν καί τιμοῦσε πολύ τήν καλλιέργειά τους καί σιωποῦσε γιά τά κενά τους. 

Αὐτή εἶναι μέ ἐλάχιστες ἁπλές λέξεις ἡ περιγραφή τῆς διακρίσεως καί συνέσεώς του, ἡ ὁποία χαρακτήρισε τήν ἐποχή του, τήν κράτησε ὑψηλά στήν συνείδησι ὅλων καί συνέβαλλε ὥστε τό Φανάρι, κατά τήν ἐποχή αὐτή νά κρατηθῇ κατά τό δυνατόν μακρυά ἀπό βλαπτικούς θορύβους, ψιθύρους καί σχόλια. Καί ἄς ὑπῆρξε βέβαια ἡ ἐποχή τῆς Πατριαρχίας του ὁμολογουμένως διαφορετική    ἀπό τήν σημερινή καί ὡς πρός τίς ἐκκλησιαστικές συγκυρίες.

Διέθετε ἀκόμη μιά γνήσια εὐγένεια καί στοργή γιά τούς πάντας, μικρούς καί μεγάλους, ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους. Ὅπως ἀντίκρυζε τόν πρῶτο κάποιας χώρας, κατά τόν αὐτό λεπτό τρόπο ἀντήλλασσε δυό λόγια καί μέ τόν ὅποιο ἄνθρωπο τῆς βιοπάλης. 

Ἡ εὐγένειά του ὅμως αὐτή καί ἡ καταδεκτικότης του-γιά νά ἐπανέλθω στήν διάκρισι- δέν ξεπερνοῦσαν ποτέ κάποια ἄγραφα ὅρια καί δέν μετεβάλλοντο κατά περίπτωσι, οὔτε σέ ἀμετροεπῆ ὑπεροικειότητα καί κενή φιλοφρονητικότητα, ἀλλ᾿ οὔτε καί σέ ψυχρή τυπικότητα. 
Παρέμεναν εὐπρεπής εὐγένεια καί καταδεκτικότης καί διατηροῦσαν συνάμα καί μιά μόνιμη «συμπαθῆ» ἀπόστασι, τήν ὁποία κανείς δέν μπόρεσε ποτέ νά ὑπερβῇ.
Μετά ταῦτα θά διερωτηθῇ ἴσως ὁ ἀναγνώστης ἐάν μόνον μέ καθαρῶς πνευματικά ἐφόδια δύναται κάποιος νά ἀσκήσῃ διοίκησι καί νά διαχειρισθῇ ἐξουσία. Διότι συνήθως ἀκοῦμε, ὅτι εἶναι ἄλλο ἡ πνευματικότης καί ἄλλο ἡ διοίκησις.

Ἴσως νά εἶναι ἔτσι γιά τήν διοίκησι κοσμικῶν ὀργανισμῶν πού διαχειρίζονται πολιτικά καί ὑλικά συμφέροντα μέ τήν γνωστή συνέπεια ἐπί τῆς κοινωνικῆς ἀνισότητος παγκοσμίως.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι Θεανθρώπινος Ὀργανισμός καί διοικεῖται κυρίως μέ πνεῦμα διακονίας. Ὅταν ὁ πνευματικός ἡγέτης τό διαθέτει, ὁ Κύριος, ὁ καί Δομήτηρ αὐτῆς, ἐπεμβαίνει στά τῆς ζωῆς της καί διά τῶν συνθηκῶν πού διαμορφώνει διά τῆς χάριτός Του «θεραπεύει τά ἀσθενῆ καί ἀναπληροῖ τά ἐλλείποντα». Αὐτό συνέβη καί γιά τόν Πατριάρχη Δημήτριο. Τό ζήσαμε στήν πρᾶξι κατά τήν διακονία τῆς Πατριαρχίας του, καί ἄς λέγεται, ἀκριβείας ἕνεκεν, ὅτι τό ἀναπόφευκτο «κόστος» ἐκ τῆς φθορᾶς τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως ἄφησε ἀνέπαφο τόν ἴδιο, διότι τό ἐπωμίσθησαν ἄλλοι...

Ἦταν, τέλος, ἄνθρωπος ἐλέους καί ἀγάπης παντοτεινῆς ὁ Πατριάρχης Δημήτριος. Εὔσπλαγχνος καί συγχωρητικός. Ἀμέτρητες φορές ζήσαμε καί νοιώσαμε τήν εὐσπλαγχνία του καί τήν ἀγάπη του, ἀλλά καί τήν βαθειά πικρία του ὁσάκις ἀντιμετώπιζε ἤ διαισθανόταν στούς ἄλλους ἔλλειψι ἀγάπης καί ἀνοχῆς. Χαρακτηριστική καί ἀξέχαστη παραμένει ἡ ἔκφρασις τοῦ προσώπου του καί ἡ ἁπλῆ κίνησις τῆς κεφαλῆς του, πού ἦταν καί ἡ μοναδική ἀντίδρασίς του ἔναντι τῆς ὅποιας ἀσπλαγχνίας. Λιτή καί περιεκτική...

Ἀλησμόνητη ἐπίσης παραμένει ἡ εὐσπλαγχνική του διάθεσις γιά ὅλους. Θά ἀναφερθῶ ἐδῶ σάν κατακλεῖδα στήν μικρή πτωχή Τατιάνα. Τό μικρό κοριτσάκι ἀπ᾿ τήν Ρωσσία, πού ἀπό τήν ἀγκαλιά τῆς μάννας του εἶχε τήν εὐκαιρία νά συνομιλήσῃ μαζί του στήν Μόσχα καί νά τοῦ ζητήσῃ νά προσεύχεται γι᾿ αὐτήν, προσφέροντάς του καί τό πολύ μικρό πάμφθηνο πλαστικό κουκλάκι της γιά νά τήν θυμᾶται. Τό κουκλάκι αὐτό ἦταν ὅ,τι πιό πολύτιμο μποροῦσε νά τοῦ προσφέρει.
Τό μικρό κουκλάκι τῆς Τατιάνας παρέμεινε δίπλα στήν κλίνη του μέχρι τέλους. Τό τιμοῦσε. Διότι πάντοτε στήν ζωή του τίμησε μέ τήν προσευχή, τήν προσοχή καί τήν ἀγάπη του τήν ἁγνή διάθεσι καί τόν ἀνθρώπινο πόνο. Διότι κι᾿ ἐκεῖνος ἁγνός ἦταν. Ἄνθρωπος ἦταν. Ὅσο γιά τόν πόνο, τόν ἔζησε ποικίλως στήν ζωή του. Οἱ Σταυροί του ὑπῆρξαν πολλοί, καί ὁ μεγαλύτερος ὅλων ἡ Πατριαρχία πού τοῦ ἐπεβλήθη. Γι᾿ αὐτό καί δέν τήν χάρηκε, τήν ὑπέστη θυσιαστικά μέ πόνο βουβό!

Τώρα πονοῦμε ἐμεῖς πού δέν τόν ζοῦμε πλέον καί δέν τόν χαιρόμαστε. Μᾶς παρηγορεῖ μόνον ἡ βαθειά πίστις, ὅτι εὑρίσκεται κοντά στόν Χριστό καί πρεσβεύει γιά τήν πονεμένη Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί γιά μᾶς τά παιδιά του.
Αἰωνία σου ἡ μνήμη, Πάτερ καί Δέσποτα! Ἀμήν.   



Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗ Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΣΠΙΣΗ ΟΡΙΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ


ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗ Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ 
 ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η
ΘΕΣΠΙΣΗ ΟΡΙΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΣΕ "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΙΑΤΡΩΝ"


Ο ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ 


Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου

============

Κατά καιρούς αναφύεται το θέμα της θεσπίσεως ορίου ηλικίας για τους ηλικιωμένους Αρχιερείς η ακόμη γίνεται λόγος για παραίτηση Αρχιερέως από την Μητρόπολη την οποία διαποιμαίνει. Τελευταία, μάλιστα, το θέμα αυτό ετέθη κατά οξύτερο τρόπο, που προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις. Η θέσπιση ορίου ηλικίας κατά τρόπο έμμεσο συνδέεται και με την παραίτηση των ηλικιωμένων Αρχιερέων από τον μητροπολιτικό θρόνο.

Μια τέτοια ενέργεια, δυστυχώς, γίνεται με επιπόλαιο και συνθηματολογικό τρόπο. Δυστυχώς είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν διάφορους εκβιασμούς και πιέσεις για παραιτήσεις Μητροπολιτών, καθώς επίσης Αρχιερείς που τελείωσαν την ζωή τους τελούντες σε αγανάκτηση για όσα εκβιαστικά υπέστησαν. Μερικοί θα αντιτάξουν το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν στην σύγχρονη εποχή με τόσες προκλήσεις και τα έντονα ποιμαντικά ενδιαφέροντα, να παραμένουν Μητροπόλεις αποίμαντες από υπέργηρους Αρχιερείς.

Πρόκειται για έναν έντονο προβληματισμό, αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Εκκλησία διευθύνεται από το Κανονικό της Δίκαιο και είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε τους ιερούς Κανόνας της, για τους οποίους δώσαμε ιερή υπόσχεση προ της χειροτονίας μας ότι θα τους διαφυλάσσουμε, καθώς επίσης δεν πρέπει να παραβλέπουμε την προσφορά των πρεσβυτέρων αδελφών μας στην Εκκλησία. Επί πλέον όσοι υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις, αγνοούν την ουσία της ορθοδόξου ποιμαντικής ενός Επισκόπου και την ταυτίζουν με έναν ακτιβισμό, για τον οποίον χρειάζονται τα γνωρίσματα των νέων ανθρώπων.

Επειδή το θέμα της απομακρύνσεως ενός Αρχιερέως από τον θρόνο του αντιμετωπίσθηκε στο παρελθόν από τους ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας, που αποτελούν το κανονικό πλαίσιο διακυβερνήσεώς της, γι' αυτό μελέτησα το θέμα. Περίληψη όλου του προβλήματος από θεολογικής και εκκλησιολογικής πλευράς συναντά κανείς στον κανονολόγο Ματθαίο Βλάσταρη. Σχετικό υλικό βρίσκει στον 10ο Κανόνα του Πέτρου Αλεξανδρείας, στην επιστολή του αγίου Κυρίλλου στον Δόμνο, στην επιστολή της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου προς την Εκκλησία της Παμφυλίας και στον 16ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Συνεκτιμώντας κανείς τα κείμενα αυτά, με τις σχετικές ερμηνείες των Κανονολόγων, μπορεί να καταλήξη στα εξής βασικά σημεία:

1. Υπάρχει στενή σχέση του Επισκόπου-Μητροπολίτου με την Επισκοπή-Μητρόπολή του και δεν νοείται Επίσκοπος άνευ Επισκοπής. Οι ιεροί Κανόνες προϋποθέτουν για μεν τον Επίσκοπο συγκεκριμένο ποίμνιο, για δε τον Πρεσβύτερο θυσιαστήριο. Εκείνος δε που παραιτείται από το ποίμνιο της πόλεως στο οποίο «επεκηρύχθη», «πως επίσκοπος κληθήσεται του λοιπού, τίνας επισκοπών;». Έτσι, ο Επίσκοπος ποιμαίνει λαό και δεν νοείται να έχη τίτλο, χωρίς ποίμνιο: «Πως δε και ιεράρχης κληθήσεται ο κλήρον μη κεκτημένος υφ' εαυτού, μήτε μην άρχων ιερωμένων;».

2. Ο Μητροπολίτης είναι ισόβιος και δεν παραιτείται η δεν απομακρύνεται από τον θρόνο του, χωρίς καταδικαστική κανονική απόφαση. «Το παραιτείσθαι τους ιερουργούντας τας εαυτών Εκκλησίας ουκ αρέσκει θεσμοίς», διότι όσοι είναι άξιοι να λειτουργούν «ουδείς ποιείσθαι παραίτησιν». Εάν είναι ανάξιοι να λειτουργούν, τότε δεν απομακρύνονται διά της παραιτήσεως, «αλλ' εκ των αποδειχθέντων κατ' αυτών εγκλημάτων», διότι εάν κανείς δεν είναι άξιος να προΐσταται του θυσιαστηρίου, τότε «μηδέ επίσκοπον λέγεσθαι». Και, φυσικά, δεν εκλέγεται νέος Μητροπολίτης σε μια Μητρόπολη, ζώντος του προηγουμένου Μητροπολίτου, ο οποίος δεν έχει καταδικασθή κανονικώς. Δεν επιτρέπεται να καθίσταται Επίσκοπος στην Εκκλησία «ης έτι ο προεστώς ζη», εκτός και εάν «αυτός εκών την επισκοπήν παραιτήσεται».

3. Ο Επίσκοπος δέχεται την αρχιερωσύνη, αλλά συγχρόνως αναλαμβάνει και το επίμοχθο έργο της επισκοπικής διακονίας και δεν νοείται να αποποιήται την διακονία αυτή. Αυτό είναι «άγνωμον» και «ουκ αν είη δίκαιον». Θεωρείται δε «άνοια» το να μπορούν οι Αρχιερείς «τας μεν επισκοπάς παραιτείσθαι, την δε ιερωσύνην και αύθις παρακατέχειν». Μάλιστα χαρακτηρίζονται «αναίσθητοι» «οι ζητούντες την λειτουργίαν, ης εθελοντί εκπεπτώκασι». Διότι «το της επισκοπής όνομα, πράγματός εστι και ενεργείας δηλωτικόν, ο δ' αποσεισάμενος εκοντί την ενέργειαν, εκπέπτωκε δηλαδή και της κλήσεως».

4. Δικαιολογείται για διαφόρους λόγους, λόγω «νόσου χαλεπής» η πατριαρχικής διακονίας, να απέχη από την Επαρχία του και πέραν των έξι μηνών. Όταν όμως ένας Επίσκοπος παραμένη μακράν της Επισκοπής του «και υπέρ του εξαμηνιαίου χρόνου» χωρίς να υπάρχουν οι λόγοι που προαναφέρθησαν, τότε «της του επισκόπου τιμής τε και αξίας αλλοτριωθήσεται παντελώς». Επομένως, ο Κανόνας επιτρέπει στους Αρχιερείς και «πλέον του ενιαυτού αποδημείν, παρά βασιλέων η πατριαρχών κατεχομένοις η δια νόσον βαρείαν κωλυομένοις».

5. Επίσκοπος που παραιτείται της προεδρίας της Επισκοπής για το μοχθηρόν και επίπονον της επισκοπικής διακονίας και κρατά την ιερωσύνη, δηλαδή την «τιμήν» και το «σέβας», δεν μπορεί να δικαιολογηθή κανονικώς. Αυτό σημαίνει ότι παραίτηση Επισκόπου από τον θρόνο του γίνεται για κανονικούς λόγους, αλλά συνδέεται απαραιτήτως και με την εγκατάλειψη της Αρχιερωσύνης. Παραιτείται, δηλαδή, από τον θρόνο, λόγω κανονικών παραπτωμάτων, και συγχρόνως στερείται και της Αρχιερωσύνης. «Ου δεκτέον απλώς την παραίτησιν, ει μη ανάξιόν τις εαυτόν της ιερωσύνης ομολογήσει. Τούτου δε αποδεδειγμένου, άμα τη παραιτήσει, και πάσης ιερατικής αξίας ο παραιτούμενος εκπεσείται». Εκείνος που παραιτείται του θρόνου, αλλά επιθυμεί να λειτουργή, το κάνει από κενοδοξία. «Το γαρ την λειτουργίαν δια κενοδοξίαν γίνεται».

6. Ο παραιτούμενος του αρχιερατικού θρόνου, χωρίς κανονικούς λόγους, επιτιμάται από την Σύνοδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Ευσταθίου Παμφυλίας, ο οποίος όταν παραιτήθηκε «από μικροψυχίας και απραγμοσύνης» από την Επισκοπή του, η τοπική Σύνοδος του επέβαλε την έκπτωση και των δύο, και της Επισκοπής και της Ιερωσύνης. Αυτή ήταν αρχαία συνήθεια, διότι όσοι παραιτούνταν από τις Επισκοπές τους «πάντων εξέπιπτον, και ούτε αρχιερατικόν τι δίκαιον μετά την παραίτησιν είχον, ούτε επίσκοποι ωνομάζοντο». Έτσι, στην θέση του Ευσταθίου εξελέγη άλλος Επίσκοπος, διότι δεν ήταν δυνατόν να διατελούν «του Σωτήρος τα ποίμνια» «επιστάτου δίχα».

Όμως, ο Ευστάθιος προσήλθε στους Πατέρας που συγκροτούσαν την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο κλαίγοντας και ζήτησε «τέως την του επισκόπου τιμήν και κλήσιν». Οι Πατέρες συνήλγησαν για την περίπτωση αυτή, πληροφορήθηκαν ότι παραιτήθηκε από αμέλεια και από επιπολαιότητα και αγάπη στην ησυχία και όχι από κάποιο κανονικό παράπτωμα, και απεφάσισαν κατ' οικονομίαν να έχη το όνομα της επισκοπής, την τιμή και την κοινωνία, αλλά να μη χειροτονή ούτε να ιερουργή με δική του αυθεντία, χωρίς την άδεια του οικείου Επισκόπου. Και η απόφαση αυτή «ου κανονικώς είρηται τοις αγίοις, αλλ' οικονομία χρησαμένοις και ασυνήθει συγκαταβάσει». Του έδωσαν την δυνατότητα να ιερουργή, κατά ασυνήθιστη συγκατάβαση.

7. Επειδή προβάλλεται η άποψη ότι επιτρέπεται η παραίτηση ενός Επισκόπου-Μητροπολίτου για λόγους υγείας, χωρίς να καθαιρήται της Αρχιερωσύνης του, διότι αυτό έχει καθιερωθή από την μετέπειτα επικρατήσασα παράδοση, πρέπει να σημειωθή μια κανονική αρχή, σύμφωνα με την οποία «μακρά συνήθεια άγραφος, ου κρατεί ένθα αγράφως νόμω η κανόνι εναντιούται». Επομένως, επιτρέπεται κανονικώς η παραίτηση του Επισκόπου-Μητροπολίτου από τον θρόνο του ή μπορεί να δικαιολογηθή και η θέσπιση ορίου ηλικίας, με την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι ο παραιτηθείς ή εκδιωχθείς θα στερήται συγχρόνως κανονικώς και της Αρχιερωσύνης και δεν θα μπορή να ιερουργή και να ιεροπράττη.

Επειδή η κανονική αυτή ακρίβεια μπορεί να φανή αυστηρή, αν και είναι συνεπής με τους ιερούς Κανόνας, θα μπορούσε να εφαρμοσθή από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο με διάκριση και σύνεση κατ' οικονομίαν η παράγραφος 2 του άρθρου 34 του Νόμου 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», που διαλαμβάνει: «Μητροπολίτης μη δυνάμενος να εκτελή τα καθήκοντα αυτού δια νόσον η γήρας δικαιούται να υποβάλη κανονικήν παραίτησιν.

Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως εις την Δ.Ι.Σ. ήτις, αποδεχομένη την παραίτησιν, ανακοινεί ταύτην τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων διά την έκδοσιν του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος. Μητροπολίτης δύναται να παραιτηθή και διά πάντα άλλον σοβαρόν λόγον, περί του οποίου αποφαίνεται η Δ.Ι.Σ. δι’ απολύτου πλειονοψηφίας των παρόντων μελών αυτής». Στην περίπτωση αυτή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφασίζει σχετικώς και ως προς το κατά πόσον θα του επιτραπή να ιερουργή.

Προσωπικά είμαι εναντίον κάθε αντικανονικής παρεμβάσεως στα εσωτερικά της Εκκλησίας, κάθε επιβολής ορίου ηλικίας και εξασκήσεως εκβιασμών εναντίον ηλικιωμένων Αρχιερέων, όπως και δεν συμφωνώ με ενέργειες κάθε Κληρικού που εισβαίνει απαράδεκτα και άκριτα στην κανονική δομή της Εκκλησίας και εν ονόματι του εκσυγχρονισμού την εκκοσμικεύει. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ την συνθηματολογία σε τέτοια σοβαρά θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα.
Ο Ναυπάκτου Ιερόθεος



ΠΗΓΗ:

Σύγχρονοι προβληματισμοί

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ



Ὁ Μητροπολίτης  
Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Κωνσταντῖνος 
πρός  τόν Ἱερόν Κλῆρον καί
τό θεοσεβές πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί ἐν Κυρίῳ,

παρῆλθον ἢδη εἲκοσι ὁλόκληρα ἒτη ἀπό τότε πού ἡ Χάρις τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ μέ ἒταξε Ποιμένα καί Ἐπίσκοπον καί Πνευματικόν Πατέρα τῶν λογικῶν Αὐτοῦ προβάτων εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας, διαδεχθείς εἰς αὐτήν τόν Μακαριστόν Μητροπολίτην Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας κυρόν Τιμόθεον τόν Ματθαιάκην, πλησίον τοῦ ὁποίου εἶχον εἰργασθεῖ ὡς Πρωτοσύγκελλος αὐτοῦ διά τήν συγκρότησιν καί δημιουργίαν τῆς νεοσυστάτου τότε Ἱερᾶς Μητροπόλεως, καθῶς καί διά τά εὐαγῆ Ἱδρύματα τά ὁποῖα κοσμοῦν τήν Ἱεράν αὐτήν Μητρόπολιν. Ἐάν κατά τό μακρόν αὐτό διάστημα εἰργάσθην μέ ὃλας μου τάς δυνάμεις καί ἀμείωτον πάντοτε ζῆλον, αὐτό τό γνωρίζει καλύτερον παντός ἂλλου ὁ Παντογνώστης καί Παντεπίσκοπος Θεός, ὁ Ὁποῖος καί θά μέ κρίνῃ ἀναλόγως κατά τήν μεγάλη καί ἐπιφανῆ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του. 
Ἢδη ὃμως ἀδελφοί μου τά ἒτη παρῆλθον καί ἀφῆκαν ἐπάνω μου τά ἲχνη των, πρό ἒτους δε περίπου ἒπαθα σοβαρώτατον ἀτύχημα μέ συντριπτικόν κάταγμα εἰς τό ἀριστερόν πόδι μου, τό ὁποῖον μέ ταλανίζει δυστυχῶς ἀκόμη καί ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας ἒκρινε, ὃτι πρέπει νά μέ ἀπαλάξῃ τῶν καθηκόντων μου ὡς Ποιμενάρχου τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως. 
Ἀποχωρῶν λοιπόν τῆς ἐνεργοῦς ὑπηρεσίας ἀπό τήν ἁγιωτάτην αὐτήν Μητρόπολιν, θέλω νά ἐκφράσω πρός πάντας, καί τόν ἱερόν κλῆρον καί τόν θεοσεβῆ λαόν τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως, τάς ἀπείρους καί εὐγνώμονας εὐχαριστίας μου τόσο διά τήν ἀγάπην καί τόν σεβασμόν μέ τά ὁποῖα περιβάλλετε τό ταπεινόν μου πρόσωπον, ὃσο καί διά τήν βοήθειαν τήν ὁποίαν προσεφέρατε ὁσάκις ἐζήτησα αὐτήν διά διαφόρους ἀνάγκας καί τῶν εὐαγῶν Ἱδρυμάτων μας ἀλλά καί μελῶν τοῦ πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. 
Ἐπικαλοῦμαι ἐπί πάντας ὑμᾶς καί τάς οἰκογενείας ὑμῶν πλουσίαν τήν χάριν καί τό ἒλεος καί τήν εὐλογίαν τοῦ Πανοικτίρμονος Θεοῦ, παρακαλῶ δε ἀπό καρδίας ὃπως μνημονεύητε καί σεῖς τοῦ ὀνόματός μου εἰς τάς πρός Κύριον προσευχάς σας. 
Ἐπί τούτοις διατελῶ μετά διαπύρων πατρικῶν εὐχῶν,

Ὁ Μητροπολίτης

Ὁ Νέας Ἰωνίας καί Φιλαδελφείας Κωνσταντῖνος