Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Ειπέ τη Εκκλησία


Η Ορθόδοξος Αγία Εκκλησία ζει ιστορικές στιγμές προετοιμαζόμενη για την σύγκληση της Μεγάλης και Αγίας Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης την Γενέθλιο Ημέρα της,την Ημέρα της Αγίας Πεντηκοστής.
Για να έρθει αυτή η πολυπόθητη ημέρα χρειάσθηκαν 50 ολόκληρα χρόνια διαβουλεύσεων , συγκροτήσεως και συγκλήσεως υποεπιτροπών, επιτροπών, συσκέψεων και Συνόδων. Ενώ όλα λοιπόν κυλούσαν ομαλά ξαφνικά τρεις Εκκλησίες, Αντιοχείας, Σερβίας και Βουλγαρίας 
( δυστυχώς ακολούθησε και η εκκλησία της Γεωργίας) δήλωσαν για τους δικούς της λόγους η κάθε μια,ότι δεν θα μετάσχουν των εργασιών της Μεγάλης Συνόδου, άσχετα αν υπέγραψαν τα τελικά κείμενα της προπαρασκευαστικής Συνόδου των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016 στη Γενεύη. Οι ανακοινώσεις αυτές προβλημάτισαν τους Ορθοδόξους Χριστιανούς τους στεναχώρησαν γιατί σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά η ενότητα της Εκκλησίας είναι επιβεβλημένη. 
Οι λόγοι που επικαλείται  η κάθε μια από τις Εκκλησίες που προαναφέραμε για την αποχή της από τις εργασίες της Μεγάλης Συνόδου είναι προφάσεις εν αμαρτίαις και θα μπορούσαν να εκτεθούν στο περιθώριο των εργασιών της Μ.Συνόδου για να βρεθεί δημοκρατική και κανονική λύση όπως η Παράδοση της Εκκλησίας ορίζει. 
Μπορεί το Πατριαρχείο Αντιοχείας να έχει δίκιο στο θέμα του Κατάρ αλλά που θα το βρει αν δεν προκαλέσει πανορθόδοξη συζήτηση; Η φυγή δεν είναι λύση. 
Λύση είναι ο διάλογος η ενώπιος ενωπίω αντιπαράθεση και κουβέντα.
"Ειπέ τη Εκκλησία"( Ματθ.ιη 17) μας διδάσκει το ιερό Ευαγγέλιο,και η Εκκλησία βρίσκεται εν σώματι στην Μεγάλη Της Σύνοδο,εκεί πρέπει να πάνε και να θέσουν τις αντιρρήσεις και τα προβλήματά τους.
Το Πατριαρχείο Αντιοχείας πρέπει να πάει στη Μεγάλη Σύνοδο και για ένα ακόμα μεγαλύτερο και σοβαρότερο λόγο. Να καταγγείλει σε Πανορθόδοξο και παγκόσμιο επίπεδο τους διωγμούς των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή και να ζητήσει από όλους τους Προκαθημένους να κάνουν έκκληση για την απελευθέρωση των απαχθέντων  Μητροπολιτών η την παράδοση των λειψάνων τους αν έχουν δολοφονηθεί κάτι που κανείς δεν εύχεται αλλά όλοι φοβούνται ότι έχει γίνει . 
Το Πατριαρχείο Σερβίας σηκώνει τον Σταυρό της αντικανονικής "εκκλησίας των Σκοπίων" τους διωγμούς και τις φυλακίσεις του Αρχιεπισκόπου Αχρίδος κ.Ιωάννου.
Εκεί λοιπόν στην Μεγάλη Σύνοδο πρέπει να πάει να φωνάξει και τις κακουχίες και τους διωγμούς και τις αντικανονικές Πράξεις αλλά και την συμπαράσταση που έχει από το σεπτό Κέντρο της Ορθοδοξίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 
Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας είναι ειδική περίπτωση και οι λόγοι της αποχής του είναι σαθροί,κάτι που αποδεικνύεται από τις διαφορετικές για το θέμα δηλώσεις των εκπροσώπων του. Οι Βούλγαροι,όπως και οι Σέρβοι δυστυχώς παίζουν το παιχνίδι της Μόσχας που επιθυμεί ρόλο πρωταγωνιστικό στα δρώμενα της Ορθοδοξίας και πληρώνει καλά για να τον αποκτήσει. Οι Βούλγαροι πρέπει να θυμηθούν μόνο το πρόσφατο σχίσμα που τους ταλαιπώρησε και την Πανορθόδοξο Σύνοδο που οι ίδιοι ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1998 και που έβαλε τέλος στον διχασμό. Τότε ήταν καλός ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος; Τότε ίσχυε το Πανορθόδοξο Συνοδικό Σχήμα; Οι Βούλγαροι πρέπει να σκεφθούν και άλλα πολλά από τις ευεργεσίες που έτυχαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και από την στήριξη της Ελλάδας στα πρώτα βήματά τους μετά την πτώση του καθεστώτος και να πάψουν να εκβιάζουν. Ότι πρόβλημα η απαίτηση έχουν να πάνε και να τα καταθέσουν στην Μεγάλη Σύνοδο ευθέως και με παρρησία και όχι να περιμένουν τα κελεύσματα του "τσάρου" της Μόσχας για να τοποθετηθούν.Τον Ιανουάριο ναι σε όλα τον Ιούνιο ναι μεν αλλά..Δεν είναι σοβαρή εικόνα αυτή.  Ας ελπίσουμε πως την τελευταία στιγμή θα αντιληφθούν όλοι την σημασία των στιγμών και θα αναλάβουν τις ιστορικές τους ευθύνες. Θα δεχθούν το δημοκρατικό αξίωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας πως όλα τα προβλήματα που ανθρωπίνως προκύπτουν μόνο εν Συνόδω λύνονται. Οι Γεωργιανοί τέλος το μόνο που πέτυχαν είναι να αποδείξουν πως πίσω από όλα αυτά κρύβεται η Ρωσία που παίζει τα δικά της παιχνίδια σε βάρος της ενότητας της εκκλησίας. Ας θυμηθούν μόνο οι Γεωργιανοί από που πήραν το Βάπτισμα αλλά και το Αυτοκέφαλό τους.
 Ο Λαός του Θεού περιμένει από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο μήνυμα ενότητας, ειρήνης,αγάπης και ομόνοιας και θα το έχει γιατί στην Ορθοδοξία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. 
Η Ορθοδοξία καταδικάζει τον εθνοφυλετισμό . Η Εκκλησία δεν κάνει διακρίσεις Λαών .
Θα κλείσω με τα λόγια του καθηγητή κ.Αθανάσιου Μουστάκη, "Ας ευχηθούμε, λοιπόν, ὁ σαρωτικός λόγος του Κυρίου, που διαλύει τα όρια και σπάζει τα δεσμά, να μας πείσει να θέσουμε τέλος στη λογική των διαιρέσεων και ομαδοποιήσεων, να επικρατήσει ἡ πάγια πρακτική και η από αιώνες εκπεφρασμένη επιθυμία του Οικουμενικού Πατριαρχείου να φέρει το λόγο του Χριστού «. . . ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος να διακηρύξει την αγάπη και την αλήθεια της Εκκλησίας στα πέρατα της οικουμένης".
Οι προσευχές μας ας συνοδεύον τους Ποιμένες μας αυτές τις κρίσιμες και ιστορικές ώρες να αρθούν στο ύψος της ιερής τους Αποστολής και όλοι μαζί με πρώτο τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.Βαρθολομαίο να δροσιστούν και να δροσίσουν τον κουρασμένο και διψώντα σύγχρονο κόσμο  με την αύρα και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος.  

π.Τιμόθεος Ηλιάκης   






Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΣΗΦ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ + 3 ΙΟΥΝΙΟΥ 1821


Ο Ιωσήφ, καταγόμενος από τη Δημητσάνα της Πελοποννήσου, διετέλεσε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατά τη δύσκολη περίοδο της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τους χρόνους πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως, κατά την έναρξη της οποίας συνελήφθη από τους Τούρκους και θανατώθηκε· γι' αυτό και θεωρείται ως εθνομάρτυς. Αν και δεν υπάρχει επίσημη πράξη ανακηρύξεως της αγιότητάς του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επειδή, όπως είναι φυσικό, κάτι τέτοιο θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις από μέρους της Τουρκικής κυβερνήσεως, εν τούτοις κρίθηκε σκόπιμο να περιληφθεί και ο μητροπολίτης Ιωσήφ στο Αγιολόγιο της Θεσσαλονίκης, αφού έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του χριστιανικού πληρώματος όχι μόνο ως εθνομάρτυς, αλλά και ως ιερομάρτυς.
Την προσωπικότητα του Ιωσήφ ανασυνθέτουμε από σποραδικές ειδήσεις που υπάρχουν περί του προσώπου του, εφ' όσον δεν διαθέτουμε κάποια πλήρη βιογραφία του. Κυρίως οι πληροφορίες που διαθέτουμε προέρχονται από τις δύο περιόδους κατά τις οποίες διετέλεσε συνοδικός αρχιερέας στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Κατ' αυτές τις περιόδους λοιπόν συναντούμε την υπογραφή του Ιωσήφ σε πολλά σπουδαία συνοδικά έγγραφα.
Ο Ιωσήφ καταγόταν από τη Δημητσάνα, η οποία ανέδειξε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αξιόλογους άνδρες, που εργάστηκαν τόσο στο χώρο της Εκκλησίας όσο και για την απελευθέρωση του Εθνους. Από τη Δημητσάνα άλλωστε καταγόταν και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' (βλέπε 10 Απριλίου), με τον οποίο ο Ιωσήφ πρέπει να ήταν συνομήλικος ή ίσως και λίγο νεώτερός του. Ο Ιωσήφ προερχόταν από τη γνωστή οικογένεια των Αντωνόπουλων, η οποία προσέφερε πολλά στον αγώνα του 1821. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η άποψη ότι έφερε το επώνυμο Δαλιβήρης, ώσπου δημοσιεύτηκαν τα Απομνημονεύματα του Κανέλου Δεληγιάννη, όπου, αναφερόμενος ο Κανέλος στο γεγονός της ιδρύσεως πυριτιδόμυλων στη Δημητσάνα, λέγει ότι στην προσπάθεια αυτή των δύο αδελφών, του Νικολάου και του Σπυρίδωνα Σπηλιωτοπούλου συνέβαλε σημαντικά και ο προκριτώτερος της πόλεως «᾿Αθανάσιος ᾿Αντωνόπουλος, ἀδελφὸς τοῦ ᾿Ιωσὴφ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὅστις ἐφονεύθη ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου Γρηγορίου, τοῦ Δέρκων, ᾿Εφέσου καὶ ἄλλων ἀρχιερέων...».
Την πρώτη μόρφωσή του ο Ιωσήφ πιθανώτατα την έλαβε στη γενέτειρά του, όπου άλλωστε και πριν τη σύσταση της γνωστής Ελληνικῆς Σχολής λειτουργούσε ανεπίσημα σχολείο. Άγνωστος παραμένει ο τόπος όπου συνέχισε τις σπουδές του· πιθανότατα μετέβη στη Σμύρνη, όπου συνήθιζαν να καταφεύγουν πολλοί από την πατρίδα του, όπως π.χ. ο Γρηγόριος ο Ε', αλλά και οι ιδρυτές της Σχολής της Δημητσάνας. Ενας άλλος τόπος που προσέλκυε πολλούς νέους προερχόμενους από τη Δημητσάνα ήταν η Κωνσταντινούπολη, όπου διέμεναν πολλοί πλούσιοι έμποροι καταγόμενοι από αυτή. Αλλά και το Άγιο Όρος αποτελούσε έναν σημαντικό πόλο έλξης. Σε κάποιον λοιπόν από αυτούς τους χώρους ο Ιωσήφ συμπλήρωσε τη μόρφωσή του, για την οποία άλλωστε ο μοναχός Χριστόφορος ο Προδρομίτης σημειώνει: «ἱκανὴν παίδευσιν, τήν τε θύραθεν καὶ μάλιστα τῶν καθ᾿ ἡμᾆς παιδευμάτων“ικανήν παίδευσιν, την τε θύραθεν και μάλιστα των καθ ἡμᾆς παιδευμάτων».
Αργότερα, όταν ο Γρηγόριος ο Ε' ανέρχεται στον πατριαρχικό θρόνο, συναντούμε τον Ιωσήφ αρχιδιάκονο του μητροπολίτη Εφέσου. Στη συνέχεια γίνεται Μ. Πρωτοσύγκελλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ από τις 20 Αυγούστου του 1787  εξελέγη μητροπολίτης Δράμας. Μεταξύ της γενέτειράς του και της εκκλησιαστικής του επαρχίας υπήρχε ένας μυστικός στενός σύνδεσμος, αφού πολλοί από τους συμπατριώτες του είχαν περάσει από τη Δράμα, όπως π.χ. ο Διονύσιος ο Α', ο οποίος θεωρείται δεύτερος κτίτωρ της μονής της Εικοσιφοινίσσης, ο Γρηγόριος ο Ε', ο οποίος κατέφυγε στην ίδια μονή, ο μητροπολίτης Δράμας Αθανάσιος (1593 - 1608 ), αλλά και πολλοί άλλοι.Στο εξώφυλλο μιας χειρόγραφης λειτουργίας του 1736  βρίσκουμε μία ιδιόγραφη σημείωση του Ιωσήφ, που φέρεται ότι είναι γραμμένη το Μάρτιο του έτους 1800. Στη σημείωση αυτή αναφέρονται τα ονόματα όλων των προκατόχων του Ιωσήφ, ο οποίος φαίνεται ότι προβαίνει σ' αυτή την ενέργεια από σεβασμό στη μνήμη όλων όσων αρχιεράτευσαν νωρίτερα στην ίδια μητρόπολη και ιδιαίτερα των συμπατριωτών του.Ο Ιωσήφ διακρινόταν ιδιαίτερα για την μόρφωσή του, την ευσέβεια και την εργατικότητά του. Συνέβαλε μάλιστα οικονομικά στην έκδοση διαφόρων έργων, όπως π.χ. της «Επιτομῆς χρονολογικῆς τῆς Γενικῆς ῾Ιστορίας, ἐκ τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν ἡμετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον μετὰ πλείστων σημειώσεων ἐπαυξηθείσης ὑπὸ τοῦ φιλογενοῦς Λάμπρου ᾿Αντωνιάδου, τοῦ ἐκ Μοισίας» και της «Γεωγραφίας» του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, η οποία εκδίδεται για πρώτη φορά το 1818 . Επίσης προέτρεψε τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (βλέπε 14 Ιουλίου) στη σύνταξη του Συναξαριστού, ενός έργου την έκδοση του οποίου είχε υποσχεθεί να χρηματοδοτήσει. Πράγματι, μετά το θάνατο του Νικοδήμου, το 1819 , ο Ιωσήφ εκπλήρωσε την υπόσχεσή του, επιθυμώντας μόνο να παραμείνει μυστική η προσφορά του. Τέλος, ενίσχυσε οικονομικά και τη Σχολή της γενέτειράς του.Από το φθινόπωρο πιθανότατα του 1808 - 1809  ο Ιωσήφ μετείχε στην Πατριαρχική Σύνοδο ως μητροπολίτης Δράμας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συναντούμε την υπογραφή του σε διάφορα συνοδικά έγγραφα μεταξύ των οποίων και στο έντυπο σιγίλλιο του πατριάρχου Καλλινίκου Ε' το 1809 , που συνιστά υποταγή στην οθωμανική εξουσία τόσο στους μητροπολίτες όσο και στους χριστιανούς.Κατά το Νοέμβριο του 1810 ο Ιωσήφ μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να διαδεχθεί τον αποθανόντα Γεράσιμο. Η μητρόπολη της Δράμας ήταν μία πτωχή εκκλησιαστική περιφέρεια σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη· έτσι η προαγωγή αυτή αποτελούσε μια πράξη αναγνωρίσεως της προσφοράς του Ιωσήφ.Από την περίοδο της ποιμαντορίας του στη Θεσσαλονίκη διασώζεται μία ενθύμηση σ' ένα χειρόγραφο του ΙΕ' - ΙΣΤ' αι., που αναφέρεται σε κάποια επίσκεψή του στη μονή Βλατάδων. Σημειώνεται λοιπόν πως «αωιβ' (1812) Φεβρουαρίῳ β' ἦλθεν ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης κῦρ ᾿Ιωσήφ. ῾Ο γράψας σύγκελλος ῎Ανθιμος».
Αργότερα, το 1815 μ.Χ., σε κώδικα του 1789  που ανήκε στον ιερό ναό της Παναγούδας, βρίσκουμε μία σημείωση που αναφέρει ότι εθεωρήθη ο λογαριασμός του επιτρόπου Γ. Πάϊκου κατά τον Ιούνιο του 1815  ενώπιον του αρχιερέως· στο τέλος υπάρχει υπογραφή του μητροπολίτη «οὕτως † ὁ Θεσ­σαλονίκης ᾿Ιωσὴφ ὑποβεβαιοῖ».
Κατά τα έτη 1819 - 1821 , ο Ιωσήφ μετείχε και πάλι στην Πατριαρχική Σύνοδο, αυτή τη φορά βέβαια ως μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ετσι συναντούμε την υπογραφή του σε αρκετά συνοδικά έγγραφα και γράμματα, όπως στην εγκύκλιο του 1820, την οποία απευθύνει ο Γρηγόριος ο Ε' προς το μητροπολίτη, τους επισκόπους και το λαό της Θεσσαλονίκης, με σκοπό να μην παρασυρθούν από το κίνημα του Αλή, αλλά να παραμείνουν πιστοί στο Σουλτάνο. Επίσης, το 1821  ο Ιωσήφ ως συνοδικός υπογράφει και την αφοριστική επιστολή των πρωταγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνος. Αυτές οι ενέργειες του Ιωσήφ δεν πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί από την ιστορική έρευνα, να εκληφθούν ως προδοτικές, αλλά να ερμηνευθούν σε συνδυασμό με το όλο κλίμα της περιόδου και κυρίως με το δύσκολο ρόλο που είχε αναλάβει το πατριαρχείο ως προστάτης του χριστιανικού πληθυσμού.Μετά την έκρηξη της επανάστασης στις παραδουνάβιες περιοχές, ο πατριάρχης διατάχθηκε δια φιρμανίου στις 9 Μαρτίου να στείλει στην Πύλη κάποιους από τους προκρίτους αρχιερείς. Ισως όμως αυτό να συνέβη όταν γνωστοποιήθηκε στο Σουλτάνο η εξέγερση της Πελοποννήσου, οπότε και του ζητήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, διαφορετικά θα όφειλε να θέσει και τον εαυτό του στην ομάδα των αποσταλέντων αρχιερέων στην Πύλη.
Μάλιστα οι συλλήψεις των αρχιερέων πρέπει να έγιναν σταδιακά· πρώτος πρέπει να συνελήφθη και να φυλακίσθηκε ο Εφέσου Διονύσιος, αφού δεν συναντούμε την υπογραφή του σε κανένα από τα πατριαρχικά έγγραφα που αποκηρύσσουν το κίνημα. Μετά ακολούθησαν ο Νικομηδείας Αθανάσιος και ο Αγχιάλου Ευγένιος που θανατώθηκαν μαζί με τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε¢. Μετά την 10η Απριλίου ή κατ' αυτήν συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Φούρνο του Μποσταντζήμπαση ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος και ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ. Η φυλάκιση των αρχιερέων διήρκεσε για αρκετό χρονικό διάστημα. Στις 27 Μαΐου, όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε την πυρπόληση του τουρκικού δικρότου στη Λέσβο διέταξε προς αντεκδίκηση τη θανάτωση των φυλακισμένων. Ετσι, στις 3 Ιουνίου τα θύματα μαζί με το δήμιό τους μεταφέρθηκαν στην ευρωπαϊκή παραλία του Βοσπόρου για να εκτελεσθούν. Πρώτος απαγχονίσθηκε ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος στο Αρναούτκιοϊ, μετά ο Αδριανουπόλεως στο Μεγάλο Ρεύμα, τρίτος ο Ιωσήφ στο Νεοχώρι και τέλος ο Δέρκων στα Θεραπειά. Η παράδοση διατηρεί κάποιες λεπτομέρειες αναφερόμενες στο τέλος των μητροπολιτών, οι οποίες όμως πιθανότατα πηγάζουν από τη φαντασία και το θαυμασμό των απλών χριστιανών.
Μετά το θάνατο του Ιωσήφ η περιουσία του δημεύθηκε και έτσι στερήθηκε και η Σχολή της πατρίδας του την οικονομική ενίσχυση που δεχόταν από αυτόν. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους στο μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης μετατέθηκε ο Αίνου Ματθαίος, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το 1824.








ΑΓΙΟΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΕΡΚΩΝ ΚΑΙ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΟΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ + 3 ΙΟΥΝΙΟΥ 1821



Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στο χωριό Ζουμπάντα της Αχαΐας και σπούδασε στη Δημητσάνα, στο Ναύπλιο και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Η μόρφωση και το ήθος του Γρηγορίου είλκυσαν την εκτίμηση του Οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β' (1774 - 1780 ), ο όποιος τον Φεβρουάριο του 1777 τον χειροτόνησε μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας σε διαδοχή του άλλου εθνομάρτυρα μητροπολίτη Ανανία Λαμπάρδη (1750 - 1767 ).
Το 1790  κατόρθωσε να διαφύγει τη σύλληψη από τον πασά της Τριπόλεως και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Μη δυνάμενος να επανέλθει στη Λακεδαίμονα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον μετέθεσε στη μητρόπολη Βιδύνης (1791 - 1801).  
Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Πασβάνογλου, ο όποιος το 1797  αποστάτησε κατά του σουλτάνου.Επί της πατριαρχίας Καλλινίκου Ε'
 (α' 1801 - 1806 ,β' 1808 - 1809) ο Γρηγόριος μετατέθηκε στη μητρόπολη Δέρκων.Υπήρξε από τους πρώτους Φιλικούς και προσέφερε πολλές και μεγάλες υπηρεσίες στην Εκκλησία και στο Έθνος. Μετά την εισβολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία (9 Μαρτίου 1821), ο Γρηγόριος φυλακίστηκε μαζί με τους μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Τιρνάβου Ιωαννίκιο και Αδριανουπόλεως Δωρόθεο. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο (23-25 Μαρτίου 1821) και τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν, διατάχθηκε η θανάτωση των φυλακισμένων Ιεραρχών οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Τιρνάβου Ιωαννίκιος και Αδριανουπόλεως Δωρόθεος απαγχονίστηκαν στο Αρναούτκιο, ενώ για τον Γρηγόριο η αγχόνη είχε στηθεί στην αυλή του σπιτιού του στα Θεραπεία της Κωνσταντινούπολης. Ο Γρηγόριος προσευχήθηκε, ευλόγησε τη θηλειά της αγχόνης του και την πέρασε στον τράχηλο του, έκαμε το σημείο του Σταυρού και έτσι τελείωσε την επίγεια ζωή του ο μάρτυρας αυτός του Χριστού και του Γένους, ο Μέγας Δέρκων Γρηγόριος, την 3η Ιουνίου 1821. 




( Οι φωτογραφίες είναι από την ιδιαιτέρα πατρίδα του αγίου Γρηγορίου στην Αχαία )
Ο ΑΓΙΟΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 



Ο Άγιος Δωρόθεος ήταν εθνομάρτυρας και από τους σπουδαιότερους λόγιους ιεράρχες του 19ου αιώνα. Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (1805 - 1813 ) και Αδριανουπολεως (1813 - 1821).
Γεννήθηκε στη Χίο, όπου και έμαθε τα εγκύκλιο γράμματα. Κατόπιν φοίτησε στην Πατμιάδα Σχολή, όπου χρημάτισε μαθητής του Δανιήλ Κεραμέα. Συνδέθηκε φιλικά με τον Βενιαμίν Λεσβίο, όπως δείχνει η αλληλογραφία τους. Η φιλία τους έμεινε αδιατάρακτη, γιατί είχαν κοινά ενδιαφέροντα, ως φίλοι της παιδείας και του γένους.Το 1786 χειροτονήθηκε διάκονος και αναχώρησε για ευρύτερες σπουδές στην Ιταλία και Γαλλία. Τον Σεπτέμβριο του 1793 διορίστηκε διδάσκαλος στη Σχολή της Χίου, όπου δίδαξε τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, με διευθυντή τον Αθανάσιο Πάριο. Το 1796  όμως εγκατέλειψε τη θέση αυτή, για να αναλάβει τη διδασκαλία των παιδιών του Κωνσταντίνου Χαντζερή, δραγομάνου του τουρκικού στόλου, και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη (1797 ). Όταν ο Χαντζερής διορίστηκε ηγεμόνας στη Βλαχία, ο Δωρόθεος τον ακολούθησε, παίρνοντας για βοηθό του εκεί τον μαθητή του Νεόφυτο Βάμβα.Μετά τον αποκεφαλισμό του Χαντζερή από τους Τούρκους, ο Δωρόθεος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη (1799). Το πατριαρχείο τον ονόμασε ιεροκήρυκα της Μεγάλης Εκκλησίας, προχειρίζοντάς τον σε Αρχιμανδρίτη.
Όταν ο Δημήτριος Μουρούζης ίδρυσε τη Σχολή του Γένους στο Κουρουτσεσμέ (Ξηροκρήνη), το 1804 , η διεύθυνσή της ανατέθηκε στον Δωρόθεο. Παρέμεινε στη διεύθυνση της σχολής μέχρι το 1807, ενώ στο μεταξύ είχε εκλεγεί μητροπολίτης Φιλαδέλφειας.Δίδαξε τη φυσική, τα μαθηματικά, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και τη λογική. Από έγγραφα τους και τα χειρόγραφα βοηθήματα, με τα όποια εφοδίαζε τους μαθητές του, φαίνεται η άρτια συγκρότηση και η διοικητική ικανότητά του κατά τη σχολαρχία του. Δεν περιοριζόταν μόνο στα διοικητικά και διδακτικά καθήκοντά του, αλλά επιδόθηκε και σε άλλα, ωφελιμότερα για το γένος έργα. Τέτοιο είναι η σύνταξη του μεγάλου λεξικού της ελληνικής γλώσσας, με τον τίτλο «Κιβωτός», που το ενίσχυαν ηθικά και οικονομικά οι Ζωσιμάδες. Συνεργάτες του Δωροθέου στο έργο αυτό ήταν ο Ν. Βάμβας και ο Νικ. Λογάδης. Ο πρώτος τόμος του λεξικού εκδόθηκε το 1819 . Ως σχολάρχης ο Δωρόθεος αλληλογραφούσε με επιφανείς Έλληνες, ζητώντας τη συμπαράσταση τους στη λειτουργία της σχολής.
Το 1807  άφησε ως διάδοχό του στη σχολή τον Πανταλέονα Φραγκιάδη (μετέπειτα Πλάτωνα, μητροπολίτη Χίου) και εγκαταστάθηκε στη Φιλαδέλφεια, την έδρα της μητρόπολης του.
Το 1813  μετατέθηκε στη μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Προσπάθησε να ιδρύσει στην πόλη Ιερατική σχολή, χωρίς όμως επιτυχία. Οργάνωσε πάντως σχολείο και βιβλιοθήκη με τη συνεργασία του Αδριανουπολίτη Γ. Σακελλαρίου, ο όποιος ήταν από τους πλουσιότερους εμπόρους της Αυστρίας. Σχολάρχης, διορίστηκε ο Στέφανος Καραθεοδωρής, δίδασκε όμως και ο Δωρόθεος θεολογία, φιλοσοφία και επιστήμες.
Το 1820  κλήθηκε ως συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ένα έτος μετά (Απρίλιος 1821 ) συνελήφθη από τους Τούρκους, μαζί με τον οικουμενικό πατριάρχη Γρηγόριο Ε', και άλλους αρχιερείς και επιφανείς λαϊκούς και απαγχονίστηκε στο Μέγα Ρεύμα.
Ο Δωρόθεος ανήκει στους μεγάλους διδασκάλους του γένους κατά τη φθίνουσα τουρκοκρατία και συνέβαλε στον ελληνοκεντρικό διαφωτισμό του, στη μύηση δηλαδή στις επιστήμες, αλλά μέσα στα πλαίσια της παράδοσης του. Σπουδαία βοήθεια προσέφερε με τα συγγράμματά του, παρόλο που δεν επιχείρησε δημοσίευση επιστημονικών μελετών, αλλά περιορίστηκε στη σύναξη βοηθημάτων για τους μαθητές του. Τα πολλά όμως αντίγραφά τους, που σώζονται σε διάφορες βιβλιοθήκες, βεβαιώνουν το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε πολύ πλατιά η αξία του ως διδασκάλου. Τα σωζόμενα χειρόγραφα περιλαμβάνουν αριθμητική, γεωμετρία, άλγεβρα και τη Λογική του Γενουηνσίου. Κατά πληροφορία του C. Iken (Leucothea, Ι. Λειψία 1825, σ. 240/241) ο Δωρόθεος συνέγραψε Εκκλησιαστική Ιστορία, που όμως δεν εκδόθηκε ποτέ. Επιμελήθηκε την α' έκδοση του πηδαλίου του Αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου (1800 ).Τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως εθνομάρτυρας Άγιος  στις 3 Ιουνίου εκάστου έτους. 





Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




Παρακολουθώντας τα δημοσιεύματα ,θετικά η αρνητικά δεν έχει σημασία που σχετίζονται με την σύγκληση της Πανορθοδόξου , Αγίας και Μεγάλης Συνόδου  κατά μήνα Ιούνιο  στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα, το Κολυμπάρι των Χανίων της Κρήτης,μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός πως κανείς μέχρι τώρα,τουλάχιστον δημόσια,δεν έχει κάνει αναφορά σε ένα θέμα που δημιουργεί θλίψη και στεναχώρια στον Λαό του Θεού και παράλληλα αποτελεί μια νοσούσα πληγή στο Σώμα της Εκκλησίας.  
Μιλάω για το θέμα του Πατριάρχη κ.Ειρηναίου που ταλανίζει την εκκλησία εδώ και έντεκα χρόνια,από τότε δηλ. που μια μερίδα αγιοταφιτών Αρχιερέων και Πατέρων "αποκήρυξε",κατά παράβαση κάθε έννοιας Δικαίου, Κανόνων Ιερών και Νόμων, τον Πατριάρχη και Ηγούμενο τους αποδίδοντας σε αυτόν κατηγορίες που όχι μόνο ποτέ δεν αποδείχθηκαν αλλά η μια μετά την άλλη κατέρρευσαν από τα γεγονότα που ακολούθησαν και από την Δικαιοσύνη. Βέβαια οι Αγιοταφίτες ζήτησαν και με την ωμή,αντικανονική και παράνομη επέμβαση της τότε ελληνικής Κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, πέτυχαν την σύγκληση Πανορθοδόξου Διασκέψεως στο Οικουμενικό Πατριαρχείο,τον Μάιο του 2005,η οποία χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υποθέσεως και προκειμένου να ειρηνεύσει η εκκλησία αν και όπως αναφέρει στο επίσημο ανακοινωθέν,"δεν συνήλθε ως Δικαστήριο", έκανε δεκτή κατά πλειοψηφία την "αποκήρυξη" και διέγραψε τον Πατριάρχη κ.Ειρηναίο από τα Δίπτυχα,ποινή άγνωστη μεν στο Κανονικό Δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας,επιφέρουσα δε την "έκπτωση" του Πατριάρχη από τον Θρόνο του αφού κάνει αποδεκτή την αντικανονική "αποκήρυξη". 
Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι γνωστά.
Ο Πατριάρχης Ειρηναίος ,όπως είχε και εντός της Πανορθοδόξου δηλώσει δεν δέχθηκε το αποτέλεσμα της Διασκέψεως και οι αγιοταφίτες προχώρησαν στην καθαίρεσή του από το αρχιερατικό αξίωμα μέσω ενός μορφώματος που το ονόμασαν, με την υπόδειξη πάντα της ελληνικής Κυβερνήσεως, "δωδεκαμελές" δικαστήριο,σώμα ανύπαρκτο τόσο στον Κανονισμό Λειτουργίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων όσο και στους Νόμους που διέπουν την παρουσία του στους αγίους Τόπους και στο οποίο έχουμε το πρωτοφανές στα παγκόσμια δικαστικά χρονικά φαινόμενο ο εγκαλών Τοποτηρητής να είναι ταυτόχρονα και δικαστής! Ενώ για την επίτευξη της συνοδικής πλειοψηφίας απομακρύνθηκαν παράνομα,αντικανονικά και βίαια τα Μέλη της Συνόδου που δεν συμφωνούσαν! 
Στη συνέχεια εξελέγη νέος Πατριάρχης έγινε δεκτός από το σύνολο των κατά τόπους εκκλησιών,αναγνωρίσθηκε από τα Κράτη του Ισραήλ της Ιορδανίας και την Παλαιστινιακή Αρχή και εκτελεί κανονικά τα καθήκοντά του.
Ο Πατριάρχης Ειρηναίος κλειδώθηκε από τους κρατούντας κυριολεκτικά μέσα στο κελί του ζώντας κάτω από άθλιες συνθήκες έως πρόσφατα που αρρώστησε βαριά και τα πράγματα άλλαξαν προς το καλύτερο. 
Μάλιστα όλοι με χαρά είδαμε τον νέο Πατριάρχη να τον επισκέπτεται στο Νοσοκομείο αλλά και να τον υποδέχεται με τιμή στην αίθουσα του Θρόνου κατά την ημέρα της ονομαστικής του εορτής όταν ο κ.Ειρηναίος πήγε για να του ευχηθεί.  
Τώρα εκείνο που μένει είναι η άρση της αντικανονικής "ποινής" της ψευτο-καθαιρέσεως για να χαρεί και ο Θεός της Αγάπης και της Ειρήνης και να μπορεί ο Γέροντας Πατριάρχης να προσεγγίζει το ιερό Θυσιαστήριο. 
Αγάπη προς τους ετερόδοξους, τους άθεους,άθρησκους και αιρετικούς και σκληροκαρδία απέναντι σε ένα αθώο θύμα,έναν ορθόδοξο Γέροντα Πατριάρχη που κατανάλωσε τη ζωή του στην υπηρεσία της Εκκλησίας είναι παράδοξο και οξύμωρο  να συμβαίνει. "Καυγάς" για μια κουκκίδα γης
ένα μουσουλμανικό,αλλά χρυσοφόρο,εμιράτο και άκρα σιωπή για μια κατάφωρη αδικία στους κόλπους της Εκκλησίας μόνο θλίψη προκαλεί .    
Ίσως ορισμένοι "σκληροί" μου απαντήσουν πως πρέπει πρώτα ο κ.Ειρηναίος να αναγνωρίσει την νέα εκκλησιαστική κατάσταση και ύστερα να γίνει άρση της "καθαιρέσεως".   
Μα με την παρουσία του στην εορτή του νέου Πατριάρχη δεν τον αναγνώρισε; Τι άλλο θέλουν ; Να μετατρέψουμε τους όρους και το θύμα να γίνει ένοχος και ο θύτης αθώος; Τον θέλουν γονατιστό μπροστά στους σταυρωτές του να ζητάει έλεος;Αλλά υπάρχει και η άλλη λύση να συζητηθεί το θέμα στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.(έστω και στο περιθώριο των εργασιών).Το δέχονται; 
Θα κλείσω με την ευχή να πρυτανεύσει η αγάπη η αληθινή Χριστιανική Αγάπη,όχι η "αγάπη" των λόγων και των βαρύγδουπων δηλώσεων και πριν φτάσουμε στην Μεγάλη Σύνοδο να κλείσει και αυτό το θέμα για να γίνουν τα λόγια μας πιστευτά από τον Λαό του Θεού που περιμένει μαρτυρία ενότητας και μήνυμα καταλλαγής από τους Ποιμένες του.     
π.Τιμόθεος Ηλιάκης 















Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Αρχιμ. Τιμόθεος Ηλιάκης, Ομιλία στην εορτή του Μεγάλου Κωνσταντίνου 2016








Αρχιμ. Τιμόθεος Ηλιάκης, Ομιλία στην εορτή του Μεγάλου Κωνσταντίνου,ονομαστηρίων Σεβ. Μητροπολίτου πρ. Ν.Ιωνίας- φιλαδελφείας κ.Κωνσταντίνου. 
Ι.Ναός Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ν.Ιωνίας 21 Μαΐου 2016



Σεβασμιώτατοι άγιοι Αρχιερείς , 
Λαμπροφορούντες Πατέρες και Αγγελόμορφοι Αδελφοί  ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ! 
Η αγία Ορθόδοξος του Χριστού Εκκλησία εορτάζει σήμερα τη μνήμη των ευσεβών και θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου του Μεγάλου και της Μητρός αυτού αγίας Ελένης. Είναι γνωστό πως λίγα πρόσωπα στη μακραίωνη πορεία της ανθρωπότητας τιμήθηκαν από την Ιστορία με τον τίτλο του Μεγάλου. Εξέχουσα ανάμεσά τους μορφή αποτελεί αναμφίβολα ο Μέγας Κωνσταντίνος. Και αναδείχτηκε πραγματικά Μεγάλος, όχι μόνο σε έργα πολιτικής σύνεσης, οικονομικής διαχείρισης, διοικητικής μεταρρύθμισης, στρατιωτικής δεξιοτεχνίας, φρόνησης και ανδρείας, αλλά, με άριστο συνδυασμό, Μεγάλος και σε έργα μεγάλα, στερέωσης του μέχρι τότε χειμαζομένου Χριστιανισμού, ενίσχυσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποκατάστασης της εσωτερικής της ενότητας, τιμής των αγίων Μαρτύρων, ανέγερσης ναών, σύγκλησης Συνόδων. Και μαζί του ασφαλώς μεγαλύνεται η Αγία μητέρα του Ελένη η Μικρασιάτισα αγία, η παιδαγωγός, και συμβοηθός, και συντελεστής στα θεία έργα, στη φιλανθρωπία, στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού και ανάδειξη των Αγίων Τόπων, στη στήριξη των πιστών, στον εκχριστιανισμό των απίστων. Πόσα άραγε δεν οφείλει σήμερα ο χριστιανικός κόσμος στη βασιλική τούτη δυάδα, την οποία, δίκαια και θεόπνευστα, η Εκκλησία μας κατέταξε στον χορό των Αγίων, απονέμοντάς τους επάξια και τον τίτλο των ισαποστόλων.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο ενδοξότατος πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο ιδρυτής της βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στην πόλη Ναϊσσό, τη σημερινή Νίσσα της κεντρικής Σερβίας, γύρω στο έτος 275.Πατέρας του ήταν ο ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Κωνστάντιος ο Χλωρός, αξιωματούχος τότε του ρωμαϊκού κράτους, ο οποίος αργότερα ανακηρύχθηκε Καίσαρας και Αύγουστος των δυτικών επαρχιών.
Η Μητέρα του η ευσεβής και ενάρετη Ελένη, γεννήθηκε στην πόλη Δρέπανο της Βιθυνίας (Μικράς Ασίας) περί το έτος 247. Την πόλη αυτή ο Μ. Κωνσταντίνος μετονόμασε αργότερα Ελενόπολη, προς τιμή της μητέρας του. Της επαρχίας αυτής όχι μονάχα η πρωτεύουσα Νίκαια, αλλά και πολλές άλλες πόλεις ήσαν Ελληνικότατες. Γι' αυτό και το όνομα Ελένη  ήταν αποτέλεσμα όχι μιας ελληνίζουσας παραλαβής, αλλά μιας Ελληνικής συνείδησης. 
Η βασιλεία του Κωνσταντίνου επηρέασε σημαντικά τη μελλοντική ιστορία, όχι μόνο της αυτοκρατορίας, αλλά και του κόσμου ολόκληρου. Σπουδαιότερα γεγονότα της βασιλείας του ήταν η ίδρυση στις όχθες του Βοσπόρου στο ελληνικό Βυζάντιο, της Κωνσταντινουπόλεως (της «Νέας Ρώμης»),και η μεταφορά εκεί της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Τα εγκαίνια της, έγιναν στις 11 Μαΐου  330 με μεγαλοπρέπεια και η πόλη αφιερώθηκε στην ιδιαίτερη προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου, Υπερμάχου Στρατηγού της Πόλεως. Οι Βυζαντινοί συμπλήρωσαν την αίγλη και τη δόξα της Βασιλεύουσας και προπαντός την κατέστησαν το κέντρο του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Ενώ μέσα από την ελληνική γλώσσα που αποτελούσε πλέον την επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας διασώθηκε ο ελληνικός πολιτισμός που φώτισε τον κόσμο και ιδιαίτερα την Ευρώπη. « Το Βυζάντιο είναι η ελληνική γλώσσα και η ορθοδοξία, δηλαδή τα δύο βασικά συστατικά της ελληνοσύνης. Βέβαια το Βυζάντιο ήταν μια πολυεθνική αυτοκρατορία, αλλά ήταν μια αυτοκρατορία ελληνόφωνη. Το ότι το Βυζάντιο ήταν ελληνόφωνο έσωσε όλον τον ελληνικό πολιτισμό». Σημειώνει πολύ εύστοχα η Βυζαντινολόγος  Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ και συμπληρώνει  « Αθήνα, Ιερουσαλήμ και Ρώμη. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει Ευρώπη. Κι όλα αυτά τα τρία, συμπυκνωμένα μαζί, είναι το Βυζάντιο. Επομένως το Βυζάντιο είναι Ευρώπη, γιατί είναι ελληνόφωνο όπως η Αθήνα, χριστιανικό όπως η Ιερουσαλήμ κι έχει υιοθετήσει όλη τη ρωμαϊκή διοίκηση».
 Εκεί οικοδομήθηκε αργότερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο κι εκεί παρέμεινε η έδρα του μέχρι σήμερα. Η ιερή πόλη έχει συνδέσει το όνομα της με τη βυζαντινή δόξα, με τους αγώνες και τις θυσίες του Ελληνισμού κατά των απειράριθμων εχθρών του. Κι αν υποδουλώθηκε, στη συνείδηση των Ελλήνων μένει αδούλωτη. Εξακολουθεί να είναι το κέντρο του Ελληνισμού και της Χριστιανοσύνης κι έτσι θα τη βλέπουν πάντα οι γενιές που θ’ ακολουθήσουν. 
Είναι ένας θρύλος αιώνιος, ελληνικός και χριστιανικός. Στεφανωμένη με την ‘Αλω το φωτοστέφανο της Ρωμιοσύνης. 
Άλλα μεγάλα έργα του αγίου Κωνσταντίνου που σημάδεψαν την ιστορία είναι   η επίσημη αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ισότιμης θρησκείας με τις άλλες με την υπογραφή κατά το έτος 313 του γνωστού περί ανεξιθρησκίας διατάγματος των Μεδιολάνων ,καθώς και η σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας ,Πρόεδρος της Οποίας ήταν ο ίδιος ο Αυτοκράτορας  και από την οποία καταδικάστηκαν οι αιρετικές διδασκαλίες του Αρείου και θεσπίσθηκαν τα πρώτα επτά  άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως. 
Ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε Βασιλεύς ευσεβής. Τιμούσε τους αγίους, συνομιλούσε και συμβουλευόταν τον άγιο Αντώνιο, εκκλησιαζόταν συχνά παρ ότι δεν είχε ακόμα βαπτιστεί Χριστιανός ,καθιέρωσε τον Τίμιο Σταυρό σαν σύμβολο του κράτους, έδειξε ειλικρινή μετάνοια για τα λάθη που σαν άνθρωπος έπραξε ,και όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Ευσέβιος, από την ημέρα που βαπτίστηκε Χριστιανός μέχρι τον θάνατό του δεν φόρεσε το στέμμα και τα αυτοκρατορικά ένδύματα αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με τον λευκό του βαπτίσματος χιτώνα. Ενώ αμέσως μετά το άγιο Βάπτισμα είπε  « Τώρα, σύμφωνα με το λόγο της αληθείας, ξέρω ότι είμαι μακάριος, τώρα έχω γίνει άξιος της αθανάτου ζωής, τώρα έχω πιστέψει πως έλαβα το θείο φως». 
Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε Δίκαιος Άρχοντας με μοναδικό κριτήριο στις αποφάσεις του την ευημερία του Λαού που ο Θεός του ανάθεσε να διακυβερνήσει, σε αντίθεση με τους σημερινούς άρχοντες των λαών που τους ενδιαφέρει πρωτίστως η ευημερία των αριθμών και όχι των ανθρώπων .Υπήρξε Χριστιανός Νομοθέτης που εξέδωσε πολλούς νόμους επηρεασμένος από τον τέλειο Νόμο του Ευαγγελίου, καθιέρωσε δε, ανάμεσα σε άλλα, την αργία της Κυριακής που σήμερα στο όνομα  οικονομικών συμφερόντων τόσο άστοχα ορισμένοι επιθυμούν να καταργήσουν. Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε άρχοντας οραματιστής ενός νέου κόσμου στον οποία θα βασίλευαν η Δικαιοσύνη, η ευημερία ,η ελευθερία και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Αυτά ακριβώς τα Κωνσταντίνεια οράματα στάθηκαν αφορμή για την δημιουργία ενός νέου πολιτισμού που έδωσε και συνεχίζει να δίνει πνοή στην Ανθρωπότητα . Ο Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς εύστοχα σημειώνει πως , «Ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι η κατ’ εξοχήν πολιτική και θρησκευτική μορφή του όλου χριστιανικού κόσμου, η οποία προσδιόρισε το περιεχόμενο της παγκόσμιας ιστορίας κατά τρόπο μοναδικό και όχι μόνο με διαχρονικά αλλά και με συγχρονικά κριτήρια για την αξιολόγηση του μεγαλόπνοου οράματός του. Χωρίς το όραμα αυτό ούτε η Ευρώπη θα είχε συγκεκριμένη πνευματική κληρονομιά ούτε ο κόσμος μια τόσο ακμαία ακτινοβολία του χριστιανικού μηνύματος για το Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο».
 Στις δύσκολες αυτές ημέρες που ζούμε τις ημέρες της ηθικής παρακμής αποτέλεσμα της οποίας είναι η οικονομική κρίση που μαστίζει όχι μόνο τον Τόπο μας αλλά σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο το ηγετικό  παράδειγμα του Μ. Κωνσταντίνου θα αποτελούσε ορόσημο μιας νέας αρχής αν το υιοθετούσαν οι σύγχρονοι άρχοντες των Λαών και με το βλέμμα τους στραμμένο, όπως εκείνος, στο σύμβολο της Νίκης ,τον Τίμιο Σταυρό, ξεκινούσαν την πολυπόθητη σταυροφορία για την Μεγάλη Αλλαγή  την επιστροφή στις Ευαγγελικές αξίες και αρχές. Ο Μ. Κωνσταντίνος υπήρξε Άρχοντας του Δημοκρατικού Διαλόγου, άνθρωπος της καλύτερης και αγιότερης Δημοκρατίας που δεν είναι άλλη από το Συνοδικό σύστημα Διοικήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας .Της Εκκλησίας που δεν φοβάται τον Διάλογο, που δεν αποτελεί μονοφωνία του ενός. Της Εκκλησίας που λύνει τις όποιες διαφορές εν Συνόδω με σεβασμό στην διαφορετική άποψη αλλά Δημοκρατική επικράτηση της γνώμης των πολλών, για τούτο και, όπως προαναφέραμε, όταν τα κύματα του Αρειανισμού ήρθαν να ταράξουν τα ήρεμα νερά της πορείας της ο Ηγέτης κάλεσε Σύνοδο Επισκόπων που ελεύθερα χωρίς απολύτως καμία εξωτερική παρέμβαση έδωσαν λύση στα προβλήματα που θέλησε ο αιώνιος εχθρός της Αλήθειας να δημιουργήσει. Η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία βρίσκεται σήμερα προ των πυλών της Συγκλήσεως μετά από πολλούς αιώνες της Μεγάλης και Αγίας Αυτής Συνόδου, γεγονότος μεγάλης θεολογικής και ιστορικής σημασίας με το οποίο επιβεβαιώνεται η ενότητα της Εκκλησίας  και από την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος αναμένει λόγο αλήθειας χριστιανικής, λόγο αγάπης, λόγο ενότητας, καταλλαγής, στηρίξεως και παρηγοριάς στις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών . 
Ας ευχηθούμε όπως ο κατά μίμηση των αγίων Αποστόλων συγκαλέσας την Α Οικουμενική Σύνοδο Ισαπόστολος άγιος Κωνσταντίνος φωτίσει, προστατεύσει και οδηγήσει τους Επισκόπους μας στην διαχείριση των θεμάτων με την φρόνηση που και ο ίδιος διαχειρίστηκε τα σοβαρά εκκλησιαστικά ζητήματα της εποχής του.       Τιμούμε λοιπόν σήμερα και με άνθη ευλαβείας καταστέφουμε τον Μέγα Κωνσταντίνο τον άγιο που λάτρεψε εν ζωή ο Λαός για τα χρηστά έργα και που λατρεύει και αναζητά ένα πρότυπο του σήμερα ο κόσμος.  Κωνσταντῖνος ὄνομα γλυκύ, Κωνσταντῖνος ὄνομα προσφιλές, Κωνσταντῖνος ὄνομα ἄστρον τῆς φυλῆς. Ἐὰν  ἀνοίξωμε τὴν ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, θὰ δούμε, ὅτι τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος τὸ ἔφεραν δεκατρεῖς βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες. Ἐξ αὐτῶν τῶν βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων οἱ ἐπισημότεροι ἦταν• πρῶτος ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ποὺ ἑορτάζει σήμερα• και δεύτερος ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ποὺ ἔπεσε ἐνδόξως ἐπὶ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. 
Αν πάλι ανατρέξουμε εις την εκκλησιαστική Ιστορία θα δούμε πως το όνομα Κωνσταντίνος το έφεραν έξη Οικουμενικοί Πατριάρχες  επισημότερος των οποίων είναι ο αείμνηστος και μαρτυρικός  Πατριάρχης Κωνσταντίνος ΣΤ ο εξόριστος Πατριάρχης, ο δικός μας Πατριάρχης, ο πατέρας και παρηγορητής και προστάτης των προσφύγων της Νέας Φιλαδέλφειας. ’Ας είναι η μνήμη του αιωνία ! 
Αν τώρα θελήσουμε να δούμε την ιστορία της Τοπικής μας Εκκλησίας θα σταθούμε με ιδιαίτερο σεβασμό στον δεύτερο κατά σειρά Μητροπολίτη μας, τον κοινό Πνευματικό μας Πατέρα, τον Σεβασμιώτατο και λιαν αγαπητό Γέροντα Επίσκοπο Κωνσταντίνο που σήμερα άγει τα ονομαστήριά του και λαμπρύνει το ιερό Θυσιαστήριο του πανηγυρίζοντος τούτου περίλαμπρου Ιερού Ναού,  περιβαλλόμενος από τιμή, αγάπη και σεβασμό τόσο του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Γαβριήλ, όσο και των Πατέρων αλλά και του ευσεβούς Λαού της Μητροπόλεώς μας που δεν ξεχνούν τις τεράστιες προφορές και θυσίες του, τόσο κατά την εξηκονταετή και πλέον εκκλησιαστική του παρουσία, όσο και κατά  την τεσσαρακονταετή του πολύκαρπο και καλήκαρπο διακονία στη Μητρόπολη μας . Ας είναι αυτού τα έτη πολλά, αγιασμένα και ειρηνικά με τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και των προστατών αυτού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης . 
Των Μεγάλων τούτων Θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης ας επικαλούμαστε κι εμείς οι χριστιανοί των εσχάτων αυτών χρόνων τις πρεσβείες και ικεσίες προς τον μεγαλοδύναμο Θεό, να ειρηνεύσει τον κόσμο, να εξαλείψει τα σκάνδαλα και τις αιρέσεις, να ευλογεί και προστατεύει την Πατρίδα μας στις δύσκολες αυτές ημέρες που ζούμε να φωτίζει τους άρχοντες των Λαών να εργάζονται το αγαθόν, να στηρίζει τους πάσχοντας, να προσφέρει ελπίδα στους απελπισμένους, φρόνηση και Κωνσταντίνειο σοφία στους νέους, να φέρει την ομόνοια αγάπη και καταλογή , να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας και να μας αξιώσει μαζί τους της αιωνίου βασιλείας των ουρανών με τη Χάρη του Τριαδικού Θεού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ,ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ  Αμήν! 















Αρχιμ.Θεόκλητος Μέντης Ομιλία στην θλιβερή επέτειο της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως .Ι.Ναός Αγίου Κοσμά Αιτωλού 29 Μαΐου 2016


Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Μέντης 
Ομιλία στην θλιβερή επέτειο της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως .Ι.Ναός Αγίου Κοσμά Αιτωλού 29 Μαΐου 2016



«ἐσμέν Ἓλληνες τό γένος ὡς ἡ τέ φωνή και ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ»
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Κύριε Κωνσταντῖνε , Σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως τόν πανάγαθο Θεό ἀλλά καί τόν Σεβασμιώτατο ποιμενάρχη μας κ. Γαβριήλ, διότι μοῦ δίδεται ἡ ευκαιρία νά ὁμιλήσω στήν ἀγάπη σας γιά ἓνα πρόσωπο πού συγκεφαλαιώνει τή δύναμη τῆς ἱστορικῆς ρωμαίικης μνήμης. 
Τό μαρτυρικό τέλος τοῦ Κωναταντῖνου ΙΑ΄  Δραγάση Παλαιολόγου στίς ἐπάλξεις τοῦ ἀγῶνος γιά τήν προάσπιση τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων συγκινεῖ κάθε ἑλληνική ψυχή πού πάλλεται ἀπό τή δύναμη τῆς ρωμιοσύνης. Τῆς Ρωμιοσύνης πού δεν χάνεται ποτέ καί πού δέν θρηνοῦμε γι’ αὐτήν πειθόμενοι στά λόγια τοῦ ποιητοῦ πού ἀναφωνεῖ μεγαλοπρεπῶς «τή ρωμιοσύνη μήν τήν κλαίς ἐκεῖ πού πάει νά σκύψει μέ τό σουγιά στό κόκκαλο μέ τό λουρί στό σβέρκο». 
Αὐτῆς τῆς ρωμιοσύνης ἐραστῆς τυγχάνει καί ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης Τιμόθεος Ἠλιάκης γι’αὐτό καί θέσπισε τήν τέλεση αὐτοῦ τοῦ μνημοσύνου ἢ καλύτερα αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς παλιγγενεσίας καί ἀναβαπτίσεως στό πεδίο τῆς ἱστορικῆς μνήμης.
Ἒτσι, λοιπόν, καί ἐγώ τούτη τή στιγμή ταπεινός καί εὐλαγής προσκυνητῆς τῶν ἱερῶν στιγμῶν τῆς ἐθνικῆς μας αὐτοσυνειδησίας, λαμβάνω τό θάρρος νά συνεχίσω τό λόγο χάριν στή δική σας λαχτάρα γιά τήν ἀπόδοση τῆς δέουσας τιμῆς στούς βιγλάτορες καί προστάτες τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ ἐθνους μας. Σ’ αὐτούς πού ἐξυμνώντας τους ὁ ὑμνογράφος τονίζει ὃτι ἒδειξαν θαυμαστή γενναιότητα «Ῥώμῃ θαυμαστῇ καί ἀνδρείᾳ ἀηττήτῳ, στίφη τῶν ἐχθρῶν, κατετρόπωσε γενναίως, μαρτύρων νέα φάλαγξ, τροπαιοῦχος παράταξις, τάγμα ἱερώτατον καί θεῖον, δῆμος, οὕς ὑμνήσωμεν, ὡς στρατιώτας τοῦ Χριστοῦ, καί πίστεως φύλακας».  
 Στούς ἂτλαντες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ  πού σήκωσαν στούς ὢμους τους τό ἐξαιρετικό φορτίο τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς πνοῆς τῆς φυλῆς μας, διαφυλάσσοντας τά ὃσια καί ἱερᾶ. Σ’αὐτούς πού ἒγιναν νέοι Λεωνίδες πέφτοντας μαχόμενοι προτιμώντας νά πεθάνουν ἡρωικά παρά νά  ζήσουν ἂτιμα.
 Ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας θά ἀρνηθεῖ στόν Μωάμεθ τήν παράδοση τῆς πόλεως ἐπιβεβαιώνοντας γιά μίαν ἂκόμη φορά ὃτι εἶναι ἀπόγονος τῶν γενναίων προκατόχων του. Ποιός πραγματικά δέν αἰσθάνεται ρίγη συγκινήσεως διαβάζοντας τήν ἀπάντηση τοῦ Κωνσταντῖνου στόν Μωάμεθ ὃταν ὁ τελευταῖος ζήτησε τήν παράδοση τῆς πόλεως καί τοῦ προσέφερε τήν εὐκαιρία νά διασωθεῖ; «Το δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστί οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν». 
Ὃλοι ἦταν ἀποφασισμένοι νά θυσιασθοῦν καί νά μή λυπηθοῦν τήν ζωή τους. Ὁ ἲδιος ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος ἒδωσε ὑπόσχεση ὃταν ἐστέφθη αὐτοκράτορας στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Αγίου Δημητρίου στό Μυστρᾶ νά προστατεύσει τό λαό του. Τούτη τήν κρίσιμη στιγμή ἦρθε στό νοῦ του ἡ ἀγαπημένη του καστροπολιτεία καί μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς του ἀντίκρισε τόν δικέφαλο ἀετό ἐπί τοῦ ὁποίου χρήσθηκε διάδοχος τῶν ἐνδόξων αὐτοκρατόρων.
Μέ τήν δύναμη τῆς σκέψεως θά ἐλιχθοῦμε καί ἐμεῖς σέ ὀνειρεμένα μέρη, σέ κόσμους μοναδικοῦς, σε γεγονότα ἀλλοτινά, στήν καρδιά τῆς ἰστορίας μας, στήν ἱστορική καστροπολιτεία. Μέ αἰσθήματα σεβασμοῦ, ἀλλά καί τήν συναίσθηση τῆς πνευματικῆς πενίας μας, θά ἀφουγκραστοῦμε τούς δυνατούς χτύπους τῆς καρδιᾶς τοῦ ἒθνους μας ἀλλά καί τήν φωνή τοῦ φιλοσόφου να μᾶς λέει «ἐσμέν Ἓλληνες τό γένος ὡς ἡ τέ φωνή και ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ». 
 Αὐτά τά λόγια τοῦ τελευταίου μυσταγωγοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος  ἀντηχοῦν στήν ἀνήσυχη σκέψη ὃλων μας καί εἶναι σάν νά βλέπουμε τούτη τή στιγμή τόν ἲδιο τόν Παλαιολόγο νά διάβάζει τήν ἐπιστολή τοῦ ἐξαίρετου διδασκάλου, ἐκστατικός καί προβληματισμένος ἀπό τά σοφά καί μεστά περιεχομένου λόγια, «ἐμεῖς πάνω στούς ὁποίους εἶστε ἡγεμόνας καί βασιλεῦς, εἲμαστε Ἓλληνες κατά τήν καταγωγή, ὃπως μαρτυρεῖ ἡ γλώσσα καί ἡ πατροπαράδοτος παιδεία. Εἶναι ἀδύνατον δέ νά βρεῖ κανείς μίαν ἂλλη χώρα πού νά εἶναι περισσότερο οἰκεία καί συγγενική στούς Ἓλληνες ἀπό τήν Πελοπόννησο, καθῶς καί ἀπό τό τμῆμα τῆς Εὐρώπης πού γειτονεύει μέ τήν Πελοπόννησο καί ἀπό τά νησιά πού γειτονεύουν πρός αὐτή. Γιατί εἶναι φανερό ὃτι οἱ Ἒλληνες κατοικούσαν πάντοτε σέ αὐτήν τή χώρα, ἀπό τόν καιρό πού ἀρχίζει ἡ μνήμη τῶν ἀνθρώπων, χωρίς προηγουμένως κανένας ἂλλος νἀ ἒχει κατοικήσει πάνω σε αὐτή». 
Αὐτή τήν ἀδιάλειπτη, συνεχή καί μακραίωνη πορεία τῆς ζωής τῶν Ἑλλήνων θά διέκοπταν κατά διαστήματα οἱ ἐπιδρομές τῶν βαρβάρων, τῶν σκλάβων τῆς ὓλης πού πίστεψαν πώς κυριεύοντας τόν τόπο θά ἐκρίζωναν τίς ἀξίες καί τόν πολιτισμό ἑνός λαοῦ πού διέλαμψε στό στερέωμα τῆς παγκόσμιας κοινότητας μεταλαμπαδεύοντας τό φῶς, κιρνῶντας τούς λαούς νάματα ἀληθείας καί κτίζοντας ἐπιτεύγματα μοναδικοῦ πολιτισμοῦ, Παρθενώνες καί Ἁγίες Σοφίες, ἀπαράμιλλου καί μοναδικοῦ κάλλους.
Αὐτός ὁ πολιτισμός δέν βεβηλώνεται, δέν μολύνεται διότι εἶναι ἃγιος, ἀπαύγασμα ἐσωτερικῆ πνευματικῆς ἐργασίας και ἀμάλγαμα  μοναδικῆς ἀξίας ἑνός ἒθνους πεφωτισμένου. Μπορεῖ οἱ εἰσβολεῖς νά διαγούμισαν τίς πόλεις μας, νά κατακρεούργησαν τά μνημεία τοῦ πολιτισμοῦ μας, νά στόλισαν τίς ἐκκλησίες τους μέ τά δικά μας εὐαγγέλια, ἀλλά δέν ἐκλεψαν τό θησαύρισμα τῶν καρδιῶν μας, δέν μόλεψαν τό ἀθάνατο  πνεῦμα μας, δέν δηλητηρίασαν τήν καθάρια σκέψη μας. Αὐτό τό ἀθάνατο πνεῦμα ἀναδύεται ἀκόμη καί σήμερα στήν ἐρειπωμένη πλέον καστροπολιτεία τοῦ Μυστρᾶ,. παρ’ὃτι ἡ ἑλληνική πολιτεία φρόντισε νά ἐρημωθεῖ ἡ πόλις πού κατοικεῖτο ἒως τό 1955 ὂντας ἓνας θησαυρός τῆς βυζαντινῆς παρακαταθήκης μας. 
 Ἡ μεσαιωνική πόλις τοῦ Μυζηθρᾶ ἱδρύθηκε ἀπό τον Γουλιέρμο Βιλεαρδουίνο Β΄, τὸν Φράγκο ἂρχοντα πού θέλησε νά ἐδραιώσει τήν παρουσία του στήν Λακεδαιμονία μέ ἓνα ἀκόμη φρούριο. Διαβάζουμε στό Χρονικό τοῦ Μορέως ὃτι: «Κι ὃσον ἐγύρεψεν καλά τά μέρη ἐκεῖνα ὃλα, ηὗρεν βουνί παράξενον, ἀπόκομμα εἰς ὂρος, ἀπάνω τῆς Λακεδαιμονίας κανένα μίλιν πλέον. Διατί τοῦ ἂρεσεν πολλά νά ποιήση δυναμάριν, ὣρισεν ἀπέξω στό βουνί κ’ ἒκτισαν ἓνα κάστρον, καί Μυζηθράν τ’ὠνόμασεν, διατί τό ἒκραζαν οὓτως». 
 Ὃμως ὁ Γουλιέρμος Βιλεαρδουίνος Β΄ γρήγορα πιάστηκε αἰχμάλωτος καί ἀναγκάστηκε νά παραχωρήσει στό βασιλιά τά τρία κάστρα τῆς Πελοποννήσου δηλαδή τά κάστρα τῆς Μονεμβασιᾶς τοῦ Μυζηθρᾶ καί τῆς Μεγάλης Μαΐνης. Δυσκολεύτηκε ὁ Πρίγκιπας να δεχθεῖ μια τέτοια συμφωνία ἀλλά πιέστηκε ἀπό τούς βαυρώνους πού τόν ἒπεισαν ὃτι τά χρήματα πού προσέφεραν ὡς ἀντάλλαγμα γιά τήν ἀπελευθέρωσή του δέν γίνονταν δεχτά. 
Ἒτσι, τοῦτο τό ἀναπάντεχο δῶρο ἒγινε μήτρα ἀναγεννήσεως, ἓνας τόπος ἐξαιρετικῆς σημασίας γιά τίς μεταγενέστερες ἐξελίξεις. Εἶναι τώρα ἓνα προπύργιο τῆς παλαιᾶς βυζαντινής αἲγλης, μία τελευταῖα εὐκαιρία γία τήν ἀνάκτηση τῆς πρώτης λαμπρότητατας. Ἲσως ἡ θεμελίωση τοῦ κάστρου νά μήν εἶναι ἀποτέλεσμα μόνο τῶν ἐπεκτατικῶν διαθέσεων τῶν δυτικῶν ἀλλά νά θέλησε ὁ Θεός νά ἀνεγείρει καστροπολιτεία ἐξαιρετικῆς ὀμορφιᾶς μέ ναοῦς κοσμήματα καί μέ μητροπολιτικό ναό μεγαλοπρεπέστατο. Σ’αὐτό τό ναό θά γίνονταν καί ἡ στέψη τοῦ τελευταίου βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα, τοῦ τελευταίου βασιλιᾶ τῶν Ἑλλήνων.
Ἡ ζωή στήν βυζαντινή καστροπολιτεία τῆς Πελοποννήσου κυλοῦσε ἣσυχα καί γαλήνια. Μπορεῖ βέβαια νά μήν ὑπῆρχε ἡ αἲγλη καί ἡ δόξα τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἀλλά στό παλάτι τοῦ δεσπότου, στά ἀρχοντικά τῶν ἀριστοκρατῶν κατοίκων καθῶς καί στά πλακόστρωτα σοκάκια του βημάτιζε ἀκόμη ἡ παλαιά βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι του φτωχοί μεροκαματιάρηδες, ἐργάτες τοῦ κόπου καί τοῦ μόχθου ζούσαν ἁρμονικά με τό περιβάλλον ἀντικρίζοντας καθημερινά τήν μαγεία τοῦ διάφανου οὐρανοῦ. Χαίρονταν τον ἢλιο πού ζέσταινε ὂχι μόνο τίς λαξευμένες πέτρες τῶν σπιτιῶν τους ἀλλά πού κυρίως θέρμαινε τήν πίστη τους ὃτι εἶναι οἱ βιγλάτορες τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τῶν Ἓλλἠνων, ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα και τῶν Παλαιολόγων. Αὐτοί οἱ ἀνθρωποι μέ τίς πορφυρογέννητες ψυχές, ἡ ἐλπιδοφόρα μαγιά τοῦ γένους μας, τό κρυσταλλένιο ἃλας ἀπό τή θάλασσα τῆς αἰωνιότητας, ἦταν ὁλίγοι ἀλλά ἐκλεκτοί  ὃπως λέει και ὁ ποιητῆς μας Κωστῆς Παλαμᾶς: « Ὦ λιγοστοὶ κι ὦ διαλεχτοὶ κι ἀρίφνητοι αὔριο ἴσως». 
Ἀνάμεσα σέ αὐτούς τούς  ἐκλεκτούς καί ὀ Δεσπότης τοῦ Μυστρᾶ Κωναταντῖνος Δραγάσης πρόσωπο μέ καθοριστικό ρόλο στά γεγονότα πού θά ἐξετάσουμε ἀκολούθως. Στήν ἐξιστόριση αὐτῶν τῶν γεγονότων θά χρησιμοποιήσουμε ὡς κύρια πηγή τόν Γεώργιο Φραντζῆ, διότι σύμφωνα μέ τούς εἰδικούς μελετητές εἶναι ὁ πιό ἀντικειμενικός ἀπό ὃλους τούς συγχρόνους του.
Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τόν Μέγα Λογοθέτη Γεώργιο Φραντζῆ ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Η΄ Παλαιολόγος ἐξεμέτρησε τό ζῆν στά 1448. Ὃπως ἦταν φυσικό ἐτέθη ζήτημα διαδοχῆς καί ἐπειδή ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν μεγαλύτερος στήν ἡλικία ἀλλά καί ἀπολάμβανε τόν σεβασμό ὃλων θεώρησαν σωστό νά γίνει αὐτός αὐτοκράτορας.  Ἦταν μᾶλλον μοιραῖο ὁ ἱδρυτής τῆς Πόλης Κωνσταντῖνος νά λέγεται καί να ἐγκαινιάσει τή νέα Ρώμη στίς 11 Μαΐου τοῦ 330 μ.Χ. ἀλλά καί ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας νά ὀνομάζεται καί αὐτός Κωνσταντῖνος καί νά πέσει ἡρωϊκά μαχόμενος στίς 29 Μαΐου 1453. 
Ἂς δοῦμε ὃμως τήν δραματική, ὃπως ἀποδείχθηκε στή συνέχεια, ἐξέλιξη τῶν γεγονότων ἀπό τήν ἡμέρα πού ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης θά ἐστέφετο αὐτοκράτορας στό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Δημητρίου Μυστρᾶ. Ἡ στέψη πραγματοποιήθηκε μέ τήν δέουσα λαμπρότητα στίς 6 Ἰανουαρίου 1449 ἀπό τούς Ἀλέξιο Φιλανθρωπινό καί Μανουήλ Παλαιολόγο πού λέγονταν καί Ἲαγρος. Οἱ δύο ἂνδρες ἦρθαν στό Μυστρᾶ γιά νά ἀνακοινώσουν στόν Κωνσταντῖνο τήν ἐκλογή του καί τόν συνόδεψαν στό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς στήν Κωνσταντινούπολη. ‘Ο αὐτοκράτορας καί ἡ συνοδεία του ἀφίχθησαν στίς 12 Μαρτίου ὃπου ἒγιναν δεχτοί μέ μεγάλη προθυμία καί χαρά. Πραγματοποιήθηκαν μάλιστα πανηγυρικές ἑορτές, ὃπως συνηθίζεται σέ αὐτές τίς περιπτώσεις. Τήν τελετή παρακολούθησαν ἡ Βασιλομήτωρ, οἱ ὑψηλόβαθμοι ἀξιωματούχοι τῆς αὐτοκρατορίας καθῶς καί οἱ δύο ἀδελδοί τοῦ αὐτοκράτορα Δημήτριος καί Θωμᾶς πού ὁρκίστηκαν πίστη καί ἀναχώρησαν γιά τήν Πελοπόννησο ὃπου διορίσθηκαν ἀπό κοινοῦ δεσπότες τοῦ Μορέα. 
 Τό ἀρχικό κλῖμα ἐνθουσιασμοῦ θά διαδεχθεῖ ὁ προβληματισμός γιά τήν δύσκολη κατάσταση πού ἐπικράτησε, εἰδικά μετά τόν θάνατο τοῦ Μουράτ τοῦ Β΄ στίς 2 Φεβρουαρίου 1451 καί τήν ἂνοδο στό θρόνο τοῦ Μωάμεθ Β΄, ὁ ὁποῖος ἒθεσε ὡς πρῶτο στόχο τήν κατάκτηση τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν ὑπολειμμάτων τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἡ κατάσταση ἒγινε ἐξαιρετικά δύσκολη. 
Ἡ ἀρχικά φιλική στάση τοῦ νέου σουλτάνου, γιά εὐνόητους λόγους τακτικῆς, ἂλλαξε ἢδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 1452 ὁπότε, ὃπως μᾶς πληροφορεῖ καί πάλι ὁ Φραντζῆς, εἶχε ἀρχίσει νά κυκλοφορεῖ ἡ φήμη ὃτι ὁ σουλτάνος σκόπευε νά προχωρήσει στό στενό τοῦ Βοσπόρου καί νά φτιάξει κάποιο φρούριο στό πάνω μέρος τοῦ χωριοῦ τῶν Ἀσωμάτων. Πράγματι ὁ φιλόδοξος σουλτάνος προχώρησε στά σχέδια του ἀναλογιζόμενος ὃτι ἡ κατάκτηση τῆς Κωνσταντινουπόλεως θά τόν ἒκανε νά ξεπεράσει ὃλους ὃσους προσπάθησαν νά τήν κυριεύσουν καί δέν τά κατάφεραν καί ἐπιπροσθέτως θά μπορούσε νά περνάει εὒκολα τά στρατεύματά του ἀπό τήν Ἀσία στήν Εὐρώπη.
Ὁ Μωάμεθ ἐφάρμοσε διατεταγμένο σχέδιο καί μέ μεθοδικότητα κατηύθυνε τίς κινήσεις του πρός ἐπίτευξη τῶν δόλιων σχεδίων του γιά τήν κατάληψη τῆς Πόλης. Ἀφοῦ κατασκεύασε τό φρούριο, ὃπως ἀναφέραμε ἢδη, ὁ στρατός του αἰχμαλώτισε ὃλους τούς κατοίκους πού ζούσαν ἒξω ἀπό τήν Πόλη καί παράλληλα ἒστειλε στήν Πελοπόννησο τόν Τουρχάν μέ τούς δύο γιούς του γιά νά πολεμήσουν τούς δεσπότες ἀδελφούς τοῦ αὐτοκράτορα, ὣστε νά μήν μποροῦν νά φύγουν ἀπό ἐκεῖ καί νά τόν βοηθήσουν.
Τό Πάσχα τοῦ 1453 εἶναι γιά τούς βυζαντινούς μαρτυρικό. Μπορεῖ νά ἑόρτασαν τήν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου τήν 1η Ἀπριλίου ἀλλά ἡ ψυχή τους δέν ἀγαλλίασε. Ὃλες οἰ προσευχές τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἦταν γιά τήν σωτηρία τῆς Πόλης καί τῶν κατοίκων της πού φοβόνταν ὃτι σέ λίγο θά σφαγιάζονταν ἀπό τόν ἐχθρό ὁ ὁποῖος καραδοκοῦσε καί περίμενε τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά ἐπιτεθεῖ . 
Καί πράγματι στίς 2 Ἀπριλίου 1453 ἡ ἀντίστροφη μέτρηση γιά τόν ὂλεθρο καί τήν καταστροφή μίας χιλιετοῦς αὐτοκρατορίας ἒχει ξεκινήσει. Ὁ σουλτάνος μέ ἀναρίθμητο πλῆθος ἱππικοῦ καί πεζικοῦ κατασκήνωσε ἀπέναντι ἀπό τήν Πύλη τοῦ Ἁγίου Ἀνδριανοῦ. Τήν ἲδια ἡμέρα ἒφτασε καί ἀγκυροβόλησε κοντά στίς ἀκτές τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἓνα μέρος τοῦ στόλου. Ξεκινᾶ ἒτσι ἡ πολιορκία τῆς Πόλης διά ξηρᾶς καί Θαλάσσης. Διαδραματίζονται φρικιαστικές στιγμές γιά τούς κατοίκους τῆς πόλεως καί ὃπως τονίζει ὁ Φραντζῆς τά μεγάλα κανόνια τῶν ἐχθρῶν προκαλούσαν τρόμο στήν πόλη γκρεμίζοντας τείχη καί πύργους, ἐνῶ πολλοί ἂνθρωποι σκοτώνονταν ἀφοῦ ὁ πόλεμος συνεχιζόταν νύχτα καί ἡμέρα.
Ὁ ἂνισος ἀγώνας φαίνεται ἀπό τήν καταγραφή τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῶν δύο ἀντίπαλων στρατοπέδων. Στίς 10 Ἀπριλίου ἀναφέρει ὁ Φραντζῆς ὁ σουλτᾶνος καταμέτρησε τό στόλο καί τό στράτευμά του, ἱππικό καί πεζικό, καί βρῆκε ὃτι εἶχε συνολικά 420 πλοῖα καί 258.000 στρατιῶτες ξηρᾶς. Ὁ στρατός τοῦ αὐτοκράτορα δέν ξεπερνοῦσε τίς ἑπτά χιλιάδες ἀφοῦ σύμφωνα μέ τήν ἀπογραφή πού ἒγινε στήν πόλη βρίσκονταν 4.937 ἀντρες χωρίς νά ὑπολογισθοῦν οἱ ξένοι πού ἦταν μόλις 2.000.
 Ἡ παράθεση αὐτῶν τῶν στοιχείων γίνεται γιά νά κατανοήσουμε τήν γενναιότητα τῶν ἀνδρῶν πού μάχονταν γιά νά ὑπερασπιστοῦν τήν Πόλη, γνωρίζοντας ὃτι ἐλπίδα σωτηρίας μέ βάσει τά ἀνθρώπινα δεδομένα δέν ὑπάρχει. Πιστεύουν ὃμως στό θαῦμα καί στή δύναμη τῆς προσευχῆς. Αὐτό τό μεγαλεῖο τῆς θεϊκῆς παρουσίας τό ἒζησαν οἱ βυζαντινοί στό διάβα τῶν αἰώνων.
Τούτη τήν πόλη, κατά την διάρκεια τῆς μακραίωνης πορείας της, πολλοί την ἐζήλεψαν καί θέλησαν νά τήν κατακτήσουν. Στίς 29 Ἰουνίου τοῦ 626 ξεκινάει ἡ πρώτη μεγάλη και πολυθρύλητη πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολεως ἀπό τούς Ἀβάρους, οἱ ὁποῖοι ζήτησαν ἀπό τούς κατοίκους τῆς πόλεως νά παραδώσουν τήν πόλη καί νά τήν ἐγκαταλείψουν.  Ὃμως ὁ λαός δέν χάνει τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγωνιστική διάθεση του. Πολεμᾶ γενναία καί ἐμψυχώνεται ἀπό τόν Πατριάρχη Σέργιο πού δέεται ὐπέρ τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του. Ἓνα μήνα κράτησε ἡ πολιορκία  καί τό θαῦμα ἒγινε. Ἡ πόλις ἐσώθη χάρις στήν ὑπέρμαχο στρατηγό πού εἰσήκουσε τίς δεήσεις τῶν δούλων τις καί διέσωσε τήν βασιλεύουσα πόλη. 
Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια «Σέ σένα, Θεοτόκε, τήν ‘Υπέρμαχο Στρατηγό ἐγώ ἡ Πόλη Σοῦ ἀποδίδω μέ εὐγνωμοσύνητην ἐνδοξη νίκη, ἐπειδή λυτρώθηκα ἀπό τίς φοβερές συμφορές. Ἀλλά Σύ, ἐπειδή ἒχεις ἀκατανίκητη δύναμη, ἐλευθέρωσέ με ἀπό κάθε εἶδος κινδύνου, γιά νά Σοῦ φωνάζω δυνατά:Χαῖρε, Νύφη ἀνύμφευτε».  Ὁ λαός ἒψαλλε εὐχαριαστήριο ὓμνο διάσώζοντας μέσα στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας τήν ἱστορική πραγματικότητα πού κάνει λόγο γιά θαυματουργική σωτηρία ἀφοῦ ὁ λιγοστός στρατός χωρίς τον αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος βρίσκεται σε ἐκστρατεία κατά τῶν Περσῶν, θά προστατεύσει τήν πόλη καί θα ἐξαναγκάσει τούς Ἀβάρους καί τούς συμμάχους τους νά σταματήσουν τήν πολιορκία καί νά τραπούν σέ φυγή.
Ἂλλες δύο πολιορκίες τῆς Πόλης ἀπό τούς Ἂραβες θά καταγράψει ἡ ἱστορία. Γιά πρώτη φορά τό 654 μ. Χ. ὑπό την στρατηγίαν τοῦ Μουαβίου καί τελευταία τό 798 μ.Χ. ὑπό τήν ἀρχηγία τοῦ Ἀβδούλ Μελήκ, προσπάθησαν νά κυριεύσουν τήν Πόλη ἀλλά δέν τά κατάφεραν ποτέ. Ἒμειναν μόνον οἱ τάφοι τους πού εὑρίσκονται ἒξω τῆς καθολικῆς πύλης τῶν Βλαχερνῶν στό μέσον τοῦ Ἡρακλείου καί Λεοντίου τείχους νά θυμίζουν στίς ἐπερχόμενες γενναίες τό παράτολμο καί ἂδοξο ἐγχείρημα τους . 
Ὃτι ὃμως δέν πέτυχαν οἱ ἀλλογενεῖς καί ἀλλόθρησκοι τό κατάφεραν οἱ χριστιανοί  τῆς δύσεως. Οὐσιαστικό πλήγμα ἐδέχθη ἡ Κωνσταντινούπολη κατά τήν Τέταρτη Σταυροφορία πού ἒλαβε χώρα τό 1204, ἡ ὁποῖα σύμφωνα μέ τόν βυζαντινολόγο Steven Runciman «ἒθεσε τέλος στήν παλιά Ἀνατολική Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία ὡς ὑπερεθνικό κράτος». Αὐτά τά φίλια βέλη ἀπό ἀδελφούς χριστιανούς θά κατακερματίσουν τήν παλαιά αὐτοκρατορία καί θά δημιουργήσουν νέα κρατίδια, ὃπως τήν αὐτοκρατορία τῆς Τραπεζούντος, τό δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου, ἀλλά καί Φράγκικες ἡγεμονίες καθῶς καί Ἰταλικές ἀποικίες σἐ ὃλη τήν ἒκταση τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος. 
Ἂς ἐπιστρέψουμε ὃμως στίς τελευταῖες δραματικές στιγμές τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας καί τήν δεινή οἰκονομική θέσης της. Ὁ Φραντζῆς μᾶς πληροφορεῖ, ἀπολογούμενος συνάμα, ὃτι ὁ αὐτοκράτορας ἒδωσε διαταγή νά ἀφαιρεθοῦν τά ἱερᾶ σκεύη καί τά ἀφιερώματα τῶν πιστῶν γιά νά κατασκευασθοῦν νομίσματα. Ὑποσχέθηκε μάλιστα νά τά ἐπιστρέψει ὃλα τετραπλάσια στόν Κύριο ἐάν ὁ Θεός γλιτώσει τήν Πόλη.
Ὃμως τά νομίσματα δέν ἀρκούσαν γιά νά σωθεῖ ἡ Πόλη. Ἡ άπόφαση τοῦ σουλτάνου γιά τήν μεγάλη ἐπίθεση πάρθηκε τή Δευτέρα τό ἀπόγευμα, μία μέρα πρίν τήν καταστροφή. Οἱ βυζαντινοί τό πληροφορήθηκαν καί χρησιμοποίησαν τό τελευταῖο τους ὃπλο. Ἀναφέρει ὁ Φραντζῆς πῶς μέ διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα, οἱ ἱερεῖς, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ μοναχοί, οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά, πήραν στά χέρια τους τίς ἃγιες εἰκόνες καί ὃλα τά ἱερᾶ λάβαρα καί ἒκαναν λιτανεία γύρω ἀπό τά τείχη ψάλλοντας μέ δάκρυα στά μάτια τό Κύριε ἐλέησον.
Ἐκεῖνο τό φοβερό βράδυ τῆς Δευτέρας, ὃπως τό ὀνομάζει ὁ Φραντζῆς, ὁ αὐτοκράτορας θά συγκεντρώσει τούς ἀρχοντες και τούς ἀξιωματούχους προκειμένου νά ἐκθέσει τούς τέσσερις λόγους γιά τούς ὁποίους ἒπρεπε νά πολεμήσουν. Τονίζει ὃτι πρέπει νά προτιμήσουν τό θάνατο πρῶτον γιά τήν πίστη καί τή θρησκεία, δεύτερον γιά τήν πατρίδα τρίτον γιά τό βασιλιά καί τέταρτον γιά τούς συγγενεῖς καί φίλους.
 Εἶναι πράγματι πολύ συγκινητικά τά τελευταῖα λόγια τοῦ Κωσταντῖνου ὁ ὁποῖος μέ δάκρυα στά μάτια εἶπε στό λαό του : «Δέν ὑπάρχει χρόνος γιά περισσότερα λόγια. Παραδίδω στά χέρια σας τό ταπεινό μου σκῆπτρο γιά νά τό φυλάξετε μέ ἀγάπη. Σᾶς παρακαλῶ νά δείξετε ἀφοσίωση καί ὑπακοή στούς ἀνωτέρους σας. Νά ἀγωνιστεῖτε ὃλοι σύμφωνα με τή θέση καί τό ἀξίωμά σας. Νά ἒχετε ὑπόψη σας ὃτι ἐάν κάνετε με πίστη ὃσα σᾶς εἶπα, ἒχω τήν ἐλπίδα ὃτι ὁ Θεός θά ἀπαλλάξει ὃλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς γιά μία ἀκόμη φορά ἀπό τήν δίκαιη ἀπειλή του.
Αὐτά τά λόγια εἶπε ὁ βασιλιάς καί ρίχτηκε στή μάχη σάν λιοντάρι, πολεμώντας και ἐμψυχώνοντας τόν λαό, νέος Μωϋσῆς πού προτιμᾶ να πεθάνει μαζί μέ τόν λαό του παρά νά ζήσει μόνος αὐτός. Αὐτός ὁ γενναῖος αὐτοκράτορας θά πέσει ἡρωικά μαχόμενος στήν πύλη τοῦ Ρωμανοῦ καί θά ἐμπνεύσει τόν ποιητή μας Κωνσταντῖνο Καρυωτάκη νά γράψει τό ποίημα μέ τό ὁποῖο μᾶς καλεῖ  να μή θρηνήσουμε για χαμό τοῦ μαρμαρωμένου βασιλιᾶ.
" Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.
Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει. "
Πράγματι θρῆνος δέν ταιριάζει γι’αὐτούς πού πολέμησαν γενναῖα καί μεγαλούργησαν στό διάβα τῆς ἱστορίας πολεμώντας γιά τήν προάσπιση τῶν ὁσίων καί ἱερῶν τῆς φυλής μας. Τούς ἐνθυμούμαστε ὃμως καί τελούμε μνημόσυνο ὑπέρ ἀναπάυσεως τῶν ψυχῶν τους παρακαλώντας συνάμα την Παναγία, στήν ὁποῖα ἡ Πόλη ἀνήκει προσφόρως  νά περιφρουρεῖ καί νά περισώζει τόν λαό της. Ἂλλωστε ἡ εἰκόνα της ἐνθρόνου Θεοτόκου  στόν Νάο τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας εἶναι τρανή ἀπόδειξη ὃτι ἡ πόλις δέν ἒπεσε, δέν ἐχάθη. 
Ἡ ρωμιοσύνη παραμένει ζωντανή γιά αιῶνες «ἀντριεύει καί θεριεύει καί καμακώνει τό θεριό μέ τό καμάκι τοῦ ἢλιου».  Εἶναι ἓνα  πολύτιμο χρυσοποίκιλτο ὓφασμα τό ὁποῖο ἐνδύεται ὁ Πατριάρχης τοῦ γένους μας διάδοχος καί συνεχιστής τῆς βυζαντινής λαμπρότητος ἀλλά θεματοφύλακας τῆς ζωντανῆς παρουσίας τῶν ρωμιῶν στή βασιλεύουσα τῶν πόλεων.