Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΛΑΜΠΑΔΑ



 Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.


Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».
 


Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.
Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταὶς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοὶ ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις μὲ χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μείναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».
Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.
Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.

    

    
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεὶν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεὶν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».
Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς (τιμάται 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.

   

          
Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.
Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.
Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.
Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθείσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».
Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

   

                          
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.
Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.

   


      
Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.
Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξον μοί, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τὴ ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξον μοί, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὐ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τᾶς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολᾶς ὄρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τὴ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.
Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.
Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοὶς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι' αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστώτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοὶς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.
Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».
Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων». 




Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ' ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ' ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.
Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας την 1ην Απριλίου και την Ε' Κυριακή των Νηστειών.





Ἀπολυτίκιον Ποίημα Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανῆς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾶ τῷ ἱερῷ, ὠράθης ἐν τὴ ἐρήμω, Μαρία Ὅσία Μῆτερ μεθ' οὐ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.






Κοντάκιον
Ἦχος γ'. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πορνείαις πρότερον, μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστοῦ νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθης, Ἀγγέλων τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὄπλῳ καταπατοῦσα, διά τοῦτο βασιλείας, ἐφάνης νύμφη Μαρία πάνσεμνε. 




Μεγαλυνάρια

Γύμνωσιν ἐνένκασα καρτερικῶς, αἰσχύνην ἐνδύεις, τόν γυμνώσαντα σέ Χριστοῦ,

 ὅθεν ἀφθαρσίας, στό λαῖς κατηγλαίσθης, Μαρία πανοσία, Αἰγύπτου βλάστημα.

Χαίροις τῆς ἐρήμου θεῖον φυτόν, καί μετανοούμενη, στήριγμα τέ καί ὁδηγός, 

χαίροις τῶν Ὁσίων, τό κτύχημα Μαρία, πάντων ἀνορθωθέντων, τό ἐγκαλλώπισμα.  















Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΜΑΘΕ ΝΑ ΖΥΜΩΝΕΙΣ ΠΡΟΣΦΟΡΟ -Συνταγές



   Όπως όλοι γνωρίζουμε  για την Θεία Λειτουργία χρειάζονται ,ανάμεσα στα άλλα ,και τα πρόσφορα από τα οποία θα εξέλθει ο "Αμνός " και οι "Μερίδες " της Θεοτόκου ,των Αγίων και των ζώντων  και κεκοιμημένων Χριστιανών.
Στις ημέρες μας παρατηρείται το φαινόμενο οι Χριστιανοί να προσκομίζουν στον Ναό πρόσφορα που αγόρασαν από τον φούρνο και που βέβαια ειναι ακατάλληλα για να χρησιμοποιηθούν στην Θεία Λειτουργία.
Αυτό συμβαίνει γιατί οι νέες κυρίως γυναίκες δεν γνωρίζουν τον τρόπο παρασκευής μιας "λειτουργιάς", όπως είναι η άλλη ονομασία του πρόσφορου.
Στα παλαιότερα χρόνια κάθε νοικοκυρά μάθαινε από την μητέρα της την συνταγή και σε κάθε σπίτι μοσχοβολούσε συχνά το θυμίαμα και το άρωμα του φρέσκου ζυμωτού πρόσφορου που θα πήγαινε στην Εκκλησία να λειτουργηθεί.
Πιστεύουμε ότι αυτή η ευλογημένη συνήθεια πρέπει να συνεχισθεί και επειδή γνωρίζουμε πως πολλές ευσεβείς γυναίκες,αλλά και άνδρες,επιθυμούν να φτιάξουν το δικό τους πρόσφορο παραθέτουμε τις συνταγές όπως αυτές μας τις παρέδωσε ο σεβαστός Ηγούμενος της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής της Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος.    
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ 





Χρειάζεται να έχουμε:
α) Μια ειδική λεκάνη (πλαστική ή ανοξείδωτη) για το ζύμωμα,
β) ένα μικρότερο αλλά βαθύ δοχείο για το προζύμι,
γ) ένα μικρό σφραγιστό δοχείο (τάπερ π.χ.) για την φύλαξη του προζυμιού για το ή τα επόμενα πρόσφορα, επειδή η χρήσις μαγιάς απαγορεύεται,
δ) μια καλή σφραγίδα (ξύλινη και όχι πλαστική) που να έχη καλά σκαλισμένα τα γράμματα (ΙΣ-ΧΣ-ΝΙ-ΚΑ, ΜΡ-ΘΕΟΥ και τα εννέα τάγματα των αγίων). Τέτοιες σφραγίδες μόνον στο Άγιον Όρος κατασκευάζονται. Μπορείτε να τις βρήτε στην Αθήνα ή σε άλλες μεγάλες πόλεις στα θρησκευτικά Βιβλιοπωλεία, ή σε καταστήματα εκκλησιαστικών ειδών. Οι πλαστικές σφραγίδες που κυκλοφορούν στο εμπόριο δεν είναι κατάλληλες γιατί «κολλούν» στο ζυμάρι. Επίσης οι ξύλινες του εμπορίου είναι της μηχανής γι' αυτό δεν έχουν καλές τις εκτυπώσεις των γραμμάτων.
ε) Ειδικό ταψάκι ή ταψάκια αρκετά βαθειά, αλλά που να χωρούν μόνον ένα πρόσφορο, αλουμίνια ή ανοξείδωτα (καλύτερα είναι τα αλουμίνια γιατί τα ανοξείδωτα «αρπάζουν» εύκολα και καίνε το πρόσφορο),
στ) ένα ειδικό πλατύ πινελάκι (καλής ποιότητος για να μην αφήνει τρίχες) για το άλειμμα του ταψιού,
ζ) 3-4 βαμβακερές πετσέτες, πού θα χρησιμοποιούνται μόνον για τα πρόσφορα,
η) 1 χοντρό μάλλινο κάλυμμα για το «γίνωμα» και
θ) μια λευκή καθαρή λινή πετσέτα για την μεταφορά του πρόσφορου στον Ναό.
Όλα αυτά τα διατηρούμε καθαρά σ' ένα ειδικό χώρο ή σε ερμάριο (ντουλάπι) χωρίς να τα χρησιμοποιούμε για τίποτε άλλο. Για ταραμοσαλάτες και σκορδαλιές έχουμε άλλα δοχεία. Και για καθαριότητα έχουμε άλλες πετσέτες. 






Α' Παρασκευή νέου προζυμιού

Εδώ πέραν της πράξεως χρειάζεται πίστις και καθαρότης βίου.
Περνούμε ένα κλαδί βασιλικό από την ύψωσι του Τιμίου Σταυρού (εκ των χειρών του Ιερέως και όχι απ' τον δίσκο ή απ' τον επίτροπο).
Πριν ξεραθή, ένα απόγευμα, ρίχνουμε στο δοχείο που «αναπιάνουμε» το προζύμι, λίγο χλιαρό νερό. Σ' αυτό εμβαπτίζουμε τον κλάδο του βασιλικού σταυρώνοντας μέσα στο νερό τρεις φορές και ψάλλοντας συγχρόνως το «Σώσον Κύριε, τον λαόν Σου» και το «Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ εκουσίως».
Αφαιρούμε τον βασιλικό και ρίχνουμε σκληρό αλεύρι λίγο-λίγο, ανακατεύοντας μ' ένα κουτάλι, ώσπου να γίνη ένας παχύρευστος χυλός. Τυλίγουμε το δοχείο με μια καθαρή πετσέτα και με το μάλλινο κάλυμμα καί τοποθετούμε σε μέρος ζεστό.
Το πρωί αναπιάνουμε το προζύμι με λίγο χλιαρό νερό και λίγο αλεύρι ακόμη και το αφήνουμε και πάλι τυλιγμένο στο ίδιο ζεστό μέρος.
Το βράδι κάνουμε πάλι το ίδιο με λίγο χλιαρό νερό και λίγο αλεύρι και το αφήνουμε τυλιγμένο στο ίδιο ζεστό μέρος έως το πρωί.
Επαναλαμβάνουμε δηλ. το ίδιο πράγμα τρεις φορές.
Το πρωί ζυμώνουμε το ή τα πρόσφορα με σκληρό αλεύρι, χλιαρό νερό και άλας όπως θα περιγράψουμε πιο κάτω.
Υπ' όψιν ότι απ' το ζυμάρι του πρόσφορου θα κρατήσουμε ένα κομμάτι για προζύμι για το επόμενο ζύμωμα. Το αφήνουμε μέσα στο μικρό ειδικό δοχείο να φούσκωση καλά (αυτό πρέπει πάντοτε να γίνεται μετά από κάθε ζύμωμα) καί κατόπιν σκεπασμένο το τοποθετούμε στην συντήρησι του ψυγείου.
Αν αυτά όλα μας φαίνονται δύσκολα (για τους λόγους πού προαναφέραμε) υπάρχει απλούστερος τρόπος:
Δανειζόμαστε προζύμι απ' την γειτόνισσα ή από άλλη Χριστιανή και όταν ζυμώσουμε το επιστρέφουμε.
Σημειώστε ότι σε πολλά χωριά οι Χριστιανές «αναπιάνουν» νέο προζύμι την στιγμή που θα χτυπήσουν οι καμπάνες για τον όρθρο των Χριστουγέννων (οι λόγοι είναι προφανείς).

Β' «Ανάπιασμα» του προζυμιού
Για το «ανάπιασμα» και το ζύμωμα του προσφόρου χρησιμοποιούμε αλεύρι σκληρό και εί δυνατόν κίτρινο. Τέτοιο αλεύρι κυκλοφορεί στην αγορά χύμα στους φούρνους ή σε συσκευασία του ενός κιλού στα καταστήματα τροφίμων. Εάν έχουμε μόνον μαλακό αλεύρι τότε προσθέτουμε 1/4 της ποσότητος σιμιγδάλι ψιλό.
Δεν λησμονούμε ποτέ να κοσκινίσουμε το αλεύρι.
Και αρχίζουμε το «ανάπιασμα».
Κατά το απόγευμα βγάζουμε το προζύμι από το ψυγείο καί τοποθετούμε σε ζεστό μέρος ώστε να αρχίση να «κινείται».
Το βράδυ περνούμε το 1/4 της ποσότητας του αλεύρου πού θα χρησιμοποιήσουμε για την παρασκευή του πρόσφορου (εάν θα χρησιμοποιήσουμε 1 κιλό για το ζύμωμα, περνούμε απ' αυτό τα 250 γρ. περίπου) καί «αναπιάνουμε» το προζύμι.
Ζεσταίνουμε ελαφρά (χλιαραίνουμε) λίγο νερό καί το ρίχνουμε στο ειδικό δοχείο αναπιάσματος του προζυμιού. Ρίχνουμε το προζύμι και το ανακατεύουμε καλά να λειώση και να διαλυθή. Ρίχνομε σιγά-σιγά το αλεύρι και ανακατεύουμε καλά ώστε να γίνη ένας παχύρευστος χυλός. Προσέχουμε το δοχείο να έχη αρκετό περιθώριο για το φούσκωμα (τουλάχιστον διπλάσιο). Σκεπάζουμε με καθαρή πετσέτα και το μάλλινο κάλυμμα καί τοποθετούμε σε ζεστό μέρος (κάτω όμως από 50°) όλη την νύχτα.





Γ΄ Ζύμωμα προσφόρου
Το πρωί στην ειδική λεκάνη του ζυμώματος ρίχνουμε το περισσότερο αλεύρι (κρατούμε λίγο, μήπως πέσει πολύ το νερό) μέσα, κάνουμε μια λακκουβίτσα καί ρίχνομε μέσα το γινωμένο προζύμι.
Χλιαραίνουμε λίγο νερό, ρίχνοντας μέσα και μια πρέζα αλάτι (αυξομειώνοντας την ποσότητα, αναλόγως ποσότητος αλεύρου) ψιλό για να λειώσει αμέσως.
Κάνουμε το σημείο του Τ. Σταυρού, σταυρώνουμε τρις και την λεκάνη, λέγοντας καί το «Πάτερ ημών» καί αρχίζουμε να ζυμώνουμε (λέγοντας μέσα μας την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέηοόν με»).
Ρίχνουμε λίγο-λίγο το νερό και μετά προσοχής μην πέσει πολύ. Η ποσότης του νερού εξαρτάται από το αλεύρι. Άλλες ποιότητες «τραβούν» πολύ νερό, άλλες όχι, έστω κι αν προέρχονται από σκληρές ποικιλίες.
Ζυμώνουμε καλά έως ότου «γυαλίση» το ζυμάρι.
Προσοχή! Το πρόσφορο δεν ζυμώνεται, όπως το ψωμί.
Πρέπει η ζύμη να γίνη σκληρή, ώστε να αποτυπώνεται καλά η σφραγίδα, και να μη σβήνει κατά το «ανέβασμα», αλλά και να μη κάνη μεγάλες «φουσκάλες».
Επίσης δεν πρέπει η ζύμη να γίνη πολύ σκληρή γιατί σκάει στο ψήσιμο και στο κόψιμο τρίβεται σε ψίχουλα.
Με την πράξι θα μάθετε. Εξ άλλου 4 με 5 αποτυχίες στην αρχή επιτρέπονται καί δικαιολογούνται.
Όταν ζυμωθεί καλά, λοιπόν, αφήνουμε για 5-10 λεπτά την ζύμη στην λεκάνη σκεπασμένη με μια καθαρή πετσέτα.
Στο διάστημα της αναμονής αλείφουμε το ή τα ταψάκια με το πινελλάκι με λίγο λάδι, προσέχοντας να αλειφθούν στεγνά.
Μπορούμε αντί για λάδι να αλείψουμε το ταψάκι με καθαρό κηρί. Βάζουμε ένα κομματάκι καθαρό κηρί στο κέντρο του ταψιού και ζεσταίνουμε λίγο από κάτω. Το κηρί λειώνει καί σκορπίζεται, κουνάμε και μεις λίγο να αλειφθούν καί τα χείλη του ταψιού καί στραγγίζουμε τυχόν περισσεύματα.
Κατόπιν κόβουμε από την ζύμη ένα κομμάτι (το 1/20 περίπου) για να παραμείνη στο ψυγείο για προζύμι (το αφήνουμε όπως προείπαμε 5-6 ώρες εκτός ψυγείου για να «ανέβη»). Οι παληοί διατηρούσαν το προζύμι μέσα στο αλεύρι, ελλείψει ψυγείου.
Πλάθουμε την ζύμη καλά επάνω σ' ένα καθαρό μάρμαρο ή σε οποιαδήποτε καθαρή λεία επιφάνεια, και την κάνουμε ένα κύλινδρο, ισιώνοντας τις δύο άκρες με τις παλάμες μας.
Σηκώνουμε τον κύλινδρο όρθιο και τον σφίγγουμε στην μέση ώστε να γίνη στενότερος. Στρίβουμε μια στροφή την ζύμη και κατόπιν πατούμε τα δύο άκρα ώστε να ενωθούν. Τοποθετούμε στο ταψί και πατάμε με την παλάμη ώστε η ζύμη να κάλυψη όλο το ταψί.
Αν δεν το καταφέρνουμε αυτό (γιατί τον τρόπο αυτό πρέπει να τον δούμε με τα μάτια μας) υπάρχουν άλλοι δύο τρόποι ευκολότεροι. Κάνουμε δύο μπαλίτσες με την ζύμη (χωρίς όμως να την αλευρώσουμε, γιατί δεν σμίγουν, δεν ενώνονται), τις πατάμε την μία με την άλλη καί τοποθετούμε στο ταψί πατώντας με την παλάμη. Ο άλλος τρόπος είναι ακόμη απλούστερος. Κάνουμε την ζύμη μία σφαίρα, ενωμένη καλά, τοποθετούμε στο ταψί και πατάμε με την παλάμη.
Σε πολλά μέρη δεν χρησιμοποιούν ταψάκια.
Φουρνίζουν τα πρόσφορα ελεύθερα στην πλάκα του φούρνου.
Έτσι όμως υπάρχει φόβος να «στραβώσουν». Υπάρχουν επίσης φόρμες χωρίς πάτο για πολλά πρόσφορα ο' ένα ταψί.
Τα χωρίς φόρμες πρόσφορα μέσα σ' ένα ταψί κολλούν μεταξύ τους καί όταν τα ξεκολλούν μετά το ψήσιμο είναι «οικτρόν ιδέσθαι».
Και επανερχόμεθα:
Κάνουμε το σημείον του Τ. Σταυρού, περνούμε την σφραγίδα και την πατάμε στο μέσον της ζύμης, ώστε να χωθή καλά στο ζυμάρι. Κρατάμε 2-3 δευτερόλεπτα και μετά την αποσύρουμε με προσοχή. Προσέχουμε να μη υπερεκχειλίση η ζύμη γύρω από την σφραγίδα γιατί τότε η σφραγίδα δεν αποκολλάται.
Αν φοβούμεθα ότι η σφραγίδα θα «κολλήσει» την πασπαλίζουμε πρώτα με λίγο αλεύρι, την τινάζουμε καλά και μετά σφραγίζουμε. Δεύτερο σφράγισμα απαγορεύεται. Αν αποτύχουμε στην πρώτη, ξαναζυμώνουμε την ζύμη.
Μετά απ' αυτό σκεπάζουμε με καθαρή πετσέτα καί με το μάλλινο ρούχο, προσέχοντας να μη βαρύνει επάνω και χαλάση το αποτύπωμα της σφραγίδας (βλογερό το λένε στα βουνά) φουσκώνοντας.
Τοποθετούμε σε θερμό μέρος.
Όταν φουσκώσει και αρχίζει να σκάζει ολίγον στα χείλη είναι έτοιμο. Ανάβουμε τον φούρνο στους 180° ολίγον ενωρίτερα ώστε να έχη προθερμανθεί. Εάν το βάλουμε στον φούρνο την ώρα πού τον ανάβουμε, τότε θα εξακολουθήσει να φουσκώνη οπότε θα χαλάση η σφραγίδα.
Με μια οδοντογλυφίδα τρυπάμε το πρόσφορο σε μέρη πού δεν αλλοιώνονται οι παραστάσεις της σφραγίδας, (τρυπάμε κυρίως στις γωνίες του ΙΣ-ΧΣ-ΝΙ-ΚΑ, της Θεοτόκου καί των εννέα ταγμάτων και γύρω από την σφραγίδα).
Εάν κατά την διάρκεια του φουσκώματος έχουν πιάση σκληρή κρουστά (κυρίως όταν ό καιρός είναι ξηρός, ή το θέρος), πριν το φουρνίσουμε ψεκάζουμε με λίγο νερό κρύο (με τον ψεκαστήρα του σιδηρώματος γίνεται ενιαίο το ψέκασμα).
Ψήνουμε για 3/4 της ώρας ή και μία ώρα (αναλόγως μεγέθους).
Προσέχουμε να μη σκουρίνουν από πάνω, μόνον να ροδίσουν. Το πρόσφορο δεν ψήνεται πολύ όπως το ψωμί. Χρειάζεται μόνον ρόδισμα καί στράγγισμα. Σε περίπτωση που ροδίση πρόωρα καλύπτουμε με ένα κομμάτι λαδόκολλα ή χαρτιού περιτυλίγματος.
Όταν το βγάλουμε από την φωτιά, το τυλίγουμε με μια καθαρή πετσέτα και το τοποθετούμε σε μια νάϋλον σακκούλα, την οποία δένουμε. Το αφήνουμε έως ότου κρυώση (αυτό γίνεται για να γίνη η άνω κόρα μαλακή, και να μπορεί ό ιερεύς ευχερώς να εξαγάγη τον Αμνόν, την Θεοτόκον και τα εννέα τάγματα των αγίων).
"Αν θέλουμε να γυαλίση, μόλις το βγάλουμε απ' τον φούρνο, το περνάμε με κρύο νερό απ' το πάνω μέρος, με το πινελλάκι μας, τιναχτό όμως για να μη έχη πολύ νερό καί για μία φορά μόνον.
Όταν κρυώσει είναι έτοιμο για τον ναό. Τυλίγουμε το πρόσφορο σε λευκή και καθαρή πετσέτα και το προσφέρουμε «ως ζεύγος τρυγόνων ή νεοσσούς περιστερών», τω υπέρ ημών προσφορά καί θυσία γενομένω υπέρ των «ημετέρων (ιερατικών) αμαρτημάτων καί των του λαού αγνοημάτων».
  








Δ' Μέθοδος Ταχυτέρα
Δια την παρασκευήν πρόσφορου υπάρχει και άλλη μέθοδος «ταχύτερα» (αιών ταχύτητος):
Αναπιάνουμε το προζύμι καί τοποθετούμε το δοχείο που το περιέχει μέσα σε άλλο μεγαλύτερο που έχει ζεστό (όχι καυτό) νερό. Αν χρειασθή ξαναζεσταίνουμε πάλι το νερό (χωριστά απ' το δοχείο του προζυμιού, για να μην «καή»)"
Σε δύο με τρεις ώρες είναι έτοιμο (φούσκωμα καί φουσκάλες). Ζυμώνουμε, όπως έχουμε περιγράψει. Τοποθετούμε το ταψί επάνω σε καυτό αλλ' όχι βραστό νερό. Ο ατμός θα ανεβάση το ζυμάρι γρήγορα.
Άλλος τρόπος:
Μπορούμε να τοποθετήσουμε (χωρίς νερό βέβαια) το προζύμι καί το ταψί σκεπασμένα με πετσέτα στον ηλεκτρικό φούρνο σε πολύ χαμηλή (την πιο χαμηλή) θερμοκρασία (οπωσδήποτε κάτω των 50ο), αφήνοντας την πόρτα του φούρνου λίγο ανοιχτή. Προζύμι και πρόσφορο ανεβαίνουν ταχύτατα. Για να μη «ξεραθή» το πρόσφορο από πάνω, ανάβουμε μόνον την κάτω αντίστασι του φούρνου.
Αν θέλομε να έχουμε πρόσφορα έτοιμα «εις πρώτην ζήτησιν», μπορούμε να τα βάλουμε μόλις κρυώσουν στην κατάψυξι τυλιγμένα σε χαρτί κουζίνας καί σε νάϋλον σακκούλα. Όταν χρειασθούμε αποψύχουμε από βραδύς. Στα παλαιά χρόνια η προσκομιδή εγίνετο με πέντε πρόσφορα (ανάμνηση του θαύματος των 5 άρτων). Επειδή αυτό ήταν δύσκολο συνδέθηκαν τα 5 σε ένα. Γι' αυτό η συνήθης σφραγίδα έχει πέντε τεμάχια.
Στο κέντρο είναι το ΙΣ-ΧΣ-ΝΙ-ΚΑ, από όπου εξάγεται ο Αμνός δια την μεταβολήν εις Σώμα Χριστού.
Στα δεξιά του Αμνού (αριστερά όπως βλέπουμε το πρόσφορο) είναι η μερίδα της Θεοτόκου (ΜΡΘΟΥ).
Αριστερά τα εννέα τάγματα των Αγίων (Άγγελοι, Προφήται, Απόστολοι, Ιεράρχαι, Μάρτυρες, Όσιοι, Ανάργυροι, Θεοπάτορες και άγιος της ημέρας και Ιεράρχης, ου την Θ. Λειτουργίαν επιτελούμεν (Ι. Χρυσόστομος ή Μέγας Βασίλειος).
Στο άνω μέρος είναι η μερίδα των ζώντων.
Στο κάτω μέρος είναι ημερίδα των κεκοιμημένων.
Αυτά βέβαια για τους ενοριακούς ναούς.
Για τα Μοναστήρια υπάρχει (ή πρέπει να υπάρχη) άλλη Τάξις.
Για τους Ορθοδόξους η παρασκευή πρόσφορου δεν είναι προαίρεσις, είναι καθήκον. Είναι κρίμα σε ενορίες χιλιάδων Χριστιανών να μην υπάρχη λειτουργία «σπιτική» για την Θ. Λειτουργία και να καταφεύγουν οι ιερείς στους φούρνους.  












π.ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΗΛΙΑΚΗΣ 

Από το βιβλίο ΚΑΛΟΓΗΡΙΚΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ του Αρχιμ. Δοασιθέου, έκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΤΑΡΝΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, έκδ. ΕΝΑΤΗ, ΣΕΛ. 20-27.  






Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ Η ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ

GOREME Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΣΤΕΦΑΝΩΝ
Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ( ΣΙΝΑΣΟΣ-MOYSTAFAPASA) π.Τιμόθεος Ηλιάκης
 

 
Η Καππαδοκία (στα Τουρκικά Kapadokya, από το Ελληνικό: Καππαδοκία / Kappadokía, που με τη σειρά του προέρχεται από το Περσικό: Κατπατούκα που σημαίνει "η χώρα των όμορφων αλόγων") είναι μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας. Σήμερα αποτελεί τουρκική επαρχία και περιλαμβάνει τέσσερεις διοικήσεις, την Καισάρεια, τη Νίγδη, το Γκιοζγκάτ και το Κιρ-Σεχίρ.
Μέχρι το 1922 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε και η ανταλλαγή πληθυσμών, οι κάτοικοι της Καππαδοκίας κατά θρήσκευμα και εθνικότητα ήταν:
Ομιλούμενες γλώσσες ήταν η Ελληνική με πολλές παραφθορές, η Τουρκική, η Αρμενική και η Κουρδική. Κάτοικοι μετά το 1922: 700.000.
Φυσικά όρια της Καππαδοκίας είναι προς Β. ο Εύξεινος Πόντος, προς Α. ο ποταμός Ευφράτης, προς Ν. το όρος Ταύρος και προς Δ. ο ποταμός Κιζίλ Ιρμάκ (Άλυς). Χώρες παλαιότερες που συνόρευαν με την Καππαδοκία ήταν προς Δ. η Παφλαγονία, η Λυκαονία και η Γαλατία, προς Ν. η Κιλικία και η Συρία και προς Α. η Αρμενία και η Συρία.
Ψηλότερο βουνό είναι ο Αργαίος (τουρκ. Erciyes) (4.000 μ.), συνεχώς χιονοσκεπής, και η μεγάλη οροσειρά του Ταύρου. Κύριοι ποταμοί είναι ο Άλυς (από το ορυκτό αλάτι στις όχθες του), ο Ευφράτης, ο Γεσίλ Ιρμάκ (Ίρις) και ο Σάρος (Σεϊχάν). Το έδαφος στα υψίπεδα σχηματίζει κυρίως βοσκοτόπους, είναι εύφορο προς τον Πόντο και τον Ευφράτη και δασώδες προς την οροσειρά του Ταύρου.
http://el.wikipedia.










ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ: Μαγευτική φύση!

Το τοπίο θυμίζει άλλον πλανήτη: ένα απέραντο οροπέδιο γεμάτο φαράγγια και αβυσσαλέα χάσματα, σπαρμένο με κούφιους παράξενους βράχους. Είναι αμέτρητοι, φαλλόσχημοι, κωδωνόσχημοι ή πυραμιδοειδείς και στέκουν επί αιώνες ακλόνητοι. Είναι ο παράδεισος του γεωλόγου, του τυμβωρύχου ή κάποιου που θα ήθελε να κρυφτεί...


Ξεχωριστή περιοχή της γειτονικής μας χώρας, ιδιαίτερη μαγεία και παιχνιδίσματα της φύσης που ξαφνιάζουν. Αξίζει να τη γνωρίσετε.
Νοτιοανατολικά της Άγκυρας, σημερινής πρωτεύουσας της Τουρκίας, υπήρχε κάποτε το κέντρο της αυτοκρατορίας των Χιττιτών. Η περιοχή αυτή έγινε με το πέρασμα του χρόνου αυτόνομο βασίλειο, αλλά και επαρχία της τεράστιας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τα ίχνη όλων των πολιτισμών που μέσα στους αιώνες πάτησαν στο χώμα αυτού του τόπου είναι ακόμη εμφανή. Γι’ αυτόν το λόγο, αλλά και επειδή διαθέτει ασυνήθιστη, τραχιά φυσική ομορφιά, η Καππαδοκία αποτελεί σήμερα έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Τουρκίας.


Γνωριμία με την περιοχή

Υπάρχουν δύο τρόποι για να επισκεφθείτε την Καππαδοκία. Είτε να κάνετε μια μονοήμερη εκδρομή από την Άγκυρα, οπότε και θα πάρετε μια γερή αλλά σε καμία περίπτωση ολοκληρωμένη γεύση της τεράστιας περιοχής, είτε να παρατείνετε την παραμονή σας εκεί για μερικές ημέρες γυρίζοντάς την όσο περισσότερο γίνεται.
Στο Ακσαράι, μια κωμόπολη 100.000 κατοίκων που απέχει περίπου τέσσερις ώρες οδικώς από την Άγκυρα, θα θαυμάσετε το τζαμί Ουλού Καμί (χτίστηκε το 1408) με τον εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο άμβωνά του καθώς και το ενδιαφέρον για την ιστορία της περιοχής μουσείο της πόλης. Συνεχίζοντας πιο νότια, σε τρία τέταρτα της ώρας θα βρεθείτε στην κοιλάδα Ιχλαρά, όπου θα δείτε εκκλησίες σκαμμένες μέσα σε βράχους. Η μαγευτική φύση της περιοχής είναι ιδανική για πεζοπορία.

Από εσάς εξαρτάται το πόσο μακριά θα φτάσετε, αφού οι αποστάσεις συχνά είναι πολύ μεγάλες. Από τις εκκλησίες που θα συναντήσετε στο δρόμο σας ξεχωρίζουν εκείνη του Αγίου Γεωργίου καθώς και η Ευωδιαστή Εκκλησία, η εκκλησία του Φιδιού και η εκκλησία του Υακίνθου. Το μοναστήρι Σελίμε, το οποίο αξίζει και με το παραπάνω να επισκεφθείτε, είναι επίσης σκαμμένο μέσα στο βράχο. Οι δε πηγές Ζίγκα σάς περιμένουν για μια βουτιά στα ιαματικά νερά τους, αρκεί να αντέχετε την υψηλή θερμοκρασία τους: από 40 έως 50 βαθμούς Κελσίου!
Πέτρινα σπίτια, περιστεριώνες και εκκλησίες λαξεμένες στους βράχους θα βρείτε και στο χωριό Γκιιουζελγιούρτ. Πρόκειται για την τοποθεσία όπου κάποτε ήταν χτισμένη η πόλη Καρβάλη με τους εκατοντάδες Έλληνες κατοίκους. Επισκεφθείτε την Κόκκινη Εκκλησία με τους τρεις κυρίως ναούς της λίγο έξω από το χωριό. Θα σας εντυπωσιάσει, παρότι είναι πολύ παραμελημένη.
Κτίρια σκαμμένα στους βράχους (πρόκειται για τη σημαντικότερη «ατραξιόν» της περιοχής) θα βρείτε και στην πόλη Γκιουλσεχίρ, ενώ στο Ουσιζάρ θα βρεθείτε μπροστά σε ένα τοπίο μοναδικό στον κόσμο, ένα τοπίο για το οποίο είναι περήφανη όλη η Τουρκία. Από εδώ ξεκινάει ένα μαγικό αμμώδες χαλί μέσα στο οποίο δεσπόζουν οι περίφημες παραμυθένιες «καμινάδες», κάτι περίεργοι, εντυπωσιακοί, τεράστιοι βράχοι, δημιουργήματα ηφαιστειογενών υλικών.


Το εντυπωσιακό τοπίο συνεχίζεται και στο δρόμο προς το Γκόρεμε με τους κωνικούς σχηματισμούς από πορώδη πέτρα και τις διάσημες Υπόγειες Πολιτείες ( πάνω από τριάντα στον αριθμό!). Ειδικά οι τελευταίες είναι ένα σπάνιο αξιοθέατο της περιοχής το οποίο δεν πρέπει με τίποτα να χάσετε!
Σήραγγες και βραχόσπιτα θα βρείτε και στο γραφικό Ζελβέ. Στο Άβανος θα επισκεφθείτε την υπόγεια πόλη του Οζκονάκ και τις θερμές πηγές Μπαίραμχασιλάρ. Στις δίδυμες κοιλάδες του Σογκανλί θα βρείτε κι άλλες εξαιρετικές εκκλησίες, ενώ στα Έλη του Σουλτάνου θα δείτε από κοντά σπάνια είδη πουλιών και θα θαυμάσετε το μαγευτικό τοπίο.

Εκδρομή
Να κάνετε μια ημερήσια εκδρομή από το Γκόρεμε ή το Άβανος στις Υπόγειες Πολιτείες.








ΦΑΓΗΤΟ-ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ-ΑΓΟΡΕΣ
Σε όποια περιοχή της Καππαδοκίας και να πάτε θα απολαύσετε νοστιμότατες τοπικές σπεσιαλιτέ, κυρίως υπέροχα μαριναρισμένα κρέατα, τα οποία πολλές φορές συνοδεύονται με γιαούρτι. Το τσάι, ένα ρόφημα το οποίο αγαπούν ιδιαίτερα οι Τούρκοι, θα συνοδεύει το γεύμα ή το δείπνο σας, εκτός αν επιλέξετε κάποιο από τα ενδιαφέροντα τουρκικά κρασιά.
Σίγουρα δεν πρόκειται για μια περιοχή που
υπόσχεται ξέφρενο γλέντι τα βράδια. Παρόλα αυτά θα βρείτε μερικά καλά μπαρ, κυρίως στο Γκόρεμε. Επίσης, θα απολαύσετε φολκλορικά σόου σε πολλά εστιατόρια.
Από την Καππαδοκία μπορείτε να αγοράσετε είδη λαϊκής τέχνης, ξυλόγλυπτα, κεραμικά, χαλιά, υφάσματα, τοπικά γλυκά του κουταλιού και λικέρ.


ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Υπήρχε μια πληθώρα ηθών και εθίμων που συνόδευαν την καθημερινή ζωή των κατοίκων ης Καππαδοκίας σε όλες της σχεδόν τις εκδηλώσεις. Τα περισσότερα από αυτά έχουν λατρευτικό χαρακτήρα λόγω του έντονου θρησκευτικού συναισθήματος που διακατείχε τους Καππαδόκες. Ελάχιστα είναι τα εξωχριστιανικά έθιμα και αυτά αναφέρονται στην απομάκρυνση κακών πνευμάτων και δαιμόνων. Καταγράψαμε τα ήθη και τα έθιμα και τα συνθέσαμε κατά ενότητες παρακολουθώντας τα παράλληλα με το χρόνο που τελούνταν. Τα Χριστούγεννα τα έλεγαν οι Καππαδόκες Μικρό Πάσχα. Από την παραμονή 24 Δεκεμβρίου άρχιζαν οι προετοιμασίες, Έσφαζαν κοτόπουλα ή μεγαλύτερα ζώα που τα μοιράζονταν περισσότερες οικογένειες. Σ' όλα τα σπιτικά ζύμωναν πίττες με αλεύρι, γάλα, αυγά, ζάχαρη και βούτυρο. Οι γυναίκες πήγαιναν στους στάβλους όπου άναβαν κεριά στα παχνιά των ζώων και θυμιάτιζαν. Τη νύχτα της παραμονής, περασμένα μεσάνυχτα κτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας. Αν δεν υπήρχαν καμπάνες χρησιμοποιούσαν σήμαντρα ή ακόμη και συνεργεία από ιεροδρόμους με επικεφαλή τον κανδηλανάφτη που διάβαιναν το χωριό απ' άκρη σ' άκρη και ειδοποιούσαν τους πιστούς πως ήρθε η ώρα της εκκλησίας κτυπώντας τις πόρτες τους. Οι άνδρες φορούσαν γιορτινά και οι γυναίκες τις κεντημένες φορεσιές από τσόχα. Πήγαιναν όλοι μαζί οι γείτονες και για να βλέπουν στο σκοτάδι κρατούσαν πυρσούς. Η Λειτουργία, τελείωνε, πριν ξημερώσει και γύριζαν στα σπίτια τους Ασπάζονταν οι μικρότεροι τα χέρια των μεγαλυτέρων και ευχόταν «Χριστός γεννάται», «Αληθώς γεννάται», «Χρόνια Πολλά» κ.α. Έστρωναν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που περιελάμβανε σούπα τραχανά και γιουβαρλάκια. Απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει στο τραπέζι την ημέρα αυτή και το " χερσέ" πιλάφι από ψιλοκομμένο στάρι που είχε βράσει σε ζωμό από κόκαλα. Το φαγητό αυτό το έδωσαν και στην Παναγία να φαει όταν ήταν λεχώνα. Δεν είχε ξημερώσει και οι περισσότεροι έπεφταν πάλι για να κοιμηθούν. Όλες τις μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι του Αγίου Βασιλείου γιόρταζαν, συγκεντρωμένοι στα σπίτια διασκέδαζαν χορεύοντας χωριστά οι άντρες και χωριστά. οι γυναίκες, στα δώματα, στις στέγες που ήταν επίπεδες, σε μικρές πλατείες αν ο καιρός το επέτρεπα.. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα Ομάδες, συνήθως από έξι αγόρια η καθεμιά σκόρπιζαν στο χωριό. Τα τρία παίδια από την κάθε ομάδα ανέβαινα στο δώμα των σπιτιών και από το φεγγίτη (πετζέ) κρατούσαν με σκοινί ένα φανάρι δικής τους κατασκευής και το άφηναν να κατέβει μέσα στο σπίτι. Ανεβοκατέβαζαν μέσα στο δωμάτιο του σπιτιού το φανάρι τους και έψελναν το τροπάριο του Αγίου Βασιλείου " Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου ...» και πολλές φορές στο τέλος πρόσθεταν : Καλησπέρα στη βραδιά σας, όποιος δώσει να κάμει αγόρι, όποιος δε δώσει, να κάνει κορίτσι, κι αυτό ως το πρωί καμπουριασμένο. Την ίδια στιγμή τα άλλα τρία παιδιά είχαν μπει μέσα στο σπίτι, για να πάρουν τα δώρα που θα τους προσφέρουν, αυγά, πλιγούρι, βούτυρο, ξηρούς καρπούς. Και στoν Τούρκων τα σπίτια πήγαιναν παιδιά για να ψάλουν τα κάλαντα τα παιδιά τα έτρωγαν μαζί σε ένα σπίτι . Τη νύχτα εκείνη γινόταν από πολλούς προσκύνημα στα λαξευτά παρεκκλήσια του Αη-Βασίλη και των 40 Μαρτύρων. Οι δρόμοι φωταγωγημένοι από τα κεριά των προσκυνητών που πήγαιναν και έρχονταν παρουσίαζαν υπέροχο θέαμα. Πίστευαν πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ανοίγει ο ουρανός. Αν τη νύχτα της παραμονής γεννιόταν παιδιά, θα ήταν τυχερά. Αν ήταν αγόρια, τους έδιναν στη βάφτιση το όνομα Βασίλης. Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έτρεχαν στη βρύση να φέρουν νερό τον Αη-Βασίλη «σουγιού». Γέμισε η κάθε μία τη στάμνα της και κρατούσε ύστερα κάτω από τη βρύση σακούλα μικρή με νομίσματα, για να τρέξει μέσα το νερό και να πολλαπλασιαστούν τα νομίσματα. Ιδιαίτερη ήταν η φροντίδα για το γεύμα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Στο τραπέζι έπρεπε να έχουν κότα γεμιστή με πλιγούρι, ρόδια που επάνω τους κολλούσαν μικρά κεριά και τα άναβαν, μέσα σε ταψί με ξηρούς καρπούς και κεριά αναμμένα, στημένα στη μέση. Το είχαν σε κακό να δανείσουν ή να δώσουν ελεημοσύνη την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, θα έφευγε η σοδειά, το μπερεκέτι του σπιτιού. Σαράντα μέρες συνέχεια μετά την Πρωτοχρονιά πολλοί συνήθιζαν να πηγαίνουν στο παρεκκλήσι του Αη-Βασίλη να ανάβουν το καντήλι και να παρακαλούν να τους βοηθήσει. Μια παράδοση αποδίδει την καθιέρωση της βασιλόπιτας στην επινοητικότητα του Αγίου Βασιλείου. Κάποτε κάποιος πολύ σκληρός έπαρχος της Καππαδοκίας πλησίασε την Καισαρεία με άγριες διαθέσεις. Ήθελε να βασανίσει τους χριστιανούς. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε να του προσφέρουν ότι νόμισμα ή κόσμημα είχε ο καθένας τους, και να τον συνοδεύσουν στην υποδοχή του άρχοντα. Ο έπαρχος αντικρίζοντας το θησαυρό θαμπώθηκε αλλά για λόγους που δε γνωρίζουμε δεν πήρε την προσφορά τους. Ο Αγιος ανακουφίστηκε αλλά βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο, γιατί δε θυμόταν σε ποιον ανήκε το κάθε αντικείμενο. Βρήκε όμως τη λύση. Έκανε παραγγελία τόσες πίτες όσα ήταν και τα νομίσματα-κοσμήματα και τοποθέτησε σε καθεμία από ένα. Κατόπιν τα μοίρασε στους πιστούς. Σύμφωνα με το θρύλο καθένας έτυχε στην πίτα του ό,τι είχε δωρίσει. Έτσι λένε ότι γεννήθηκε το έθιμο της βασιλόπιτας που κόβουμε την παραμονή ή ανήμερα την Πρωτοχρονιά.

Οι αποκριές στο Μιστί γιορταζόταν με χορούς και μεταμφιέσεις. Τα παιδιά γινόταν μασκαράδες. Σπάνια ντυνόταν οι μεγάλοι. Είχαν δύο Κυριακές αποκριάς που ονομαζόταν Κυριατ' κρεισή τσι Τυριού Τσέρεται δηλ. κρέατος και τυριού. Την πρώτη έτρωγαν κρέατα, τη δεύτερη αβγά και τυριά. Όταν ξημέρωνε η Καθαρή Δευτέρα μέσα στα σπίτια, πάνω στους τοίχους έκαναν σκίτσα καμήλας με αλεύρι, το είχανε για καλό αυτό. Αν τα παιδιά ήθελαν να φάνε κρέας στο διάστημα της σαρακοστής τα φοβέριζαν με τη φράση: «Παπάς κοφτ' τα' αυτιά σ'». Όταν υπήρχε αρραβωνιασμένη στο σπίτι μαζευόταν συγγενείς του αρραβωνιαστικού και έτρωγαν όλοι μαζί. Όσοι πάλι είχαν παντρεμένα παιδιά πήγαιναν και έτρωγαν όλοι μαζί στο πατρικό σπίτι. Έτρωγαν κρέας, αβγά, πίτες, γαλατόπιτες, γλυκά, και χυλοπίτες, χόρευαν και απόκρευαν. Τελευταία έτρωγαν ένα αβγό. Τα παιδιά αυτή τη μέρα έπαιζαν τζαρτζούτ, την τραμπάλα, που είδαμε στο κεφάλαιο «Λιπίδια» Έστηναν μια σε κάθε μικρογειτονιά και έπαιζαν «μυτερεύοντας ένα τζαρτζούτ»,ξύνοντας το μυτερό. Οι εβδομάδες της αποκριάς στην Ανακoύ ήταν δύο, της Κρεατινής που έτρωγαν μόνο κρέας και της Τυρινής που έτρωγαν μόνο μακαρόνια, τυρόπιτες, αβγά, ψάρια και όχι κρέας. Τις δύο Κυριακές της Αποκριάς οι νέοι, μόνο οι άνδρες, ποτέ οι γυναίκες, γινόταν μασκαράδες. Φορούσαν σαλβάρια, έπαιρναν νταούλια από τους Τούρκους και τα κτυπούσαν, γινόταν νυφάδες, μουτζουρωνόταν, υποκρινόταν τις έγκυες, έκαναν ότι θα γεννήσουν, φώναζαν και ο κόσμος γελούσε. Το βράδυ της δεύτερης Αποκριάς μαζευόταν οι συγγενικές οικογένειες κι έτρωγαν μαζί, με τελευταίο φαγητό ένα σφιχτοβρασμένο αβγό. Τη Μεγάλη εβδομάδα, νήστευαν και πήγαιναν κάθε μέρα στην εκκλησία. Τη Μ. Τετάρτη σταματούσαν τις δουλειές των χωραφιών. Τη Μ. Πέμπτη έβαφαν κόκκινα αυγά με κρεμμυδόφλουδες και το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία από ένα αυγό για κάθε μέλος της οικογένειας. Στο Μιστί έπαιρναν ένα σακούλι όπου έβαζαν αυγά για τα μέλη της οικογένειας και ένα επιπλέον για τους φτωχούς. Επίσης άφηναν τσουρέκι, μέλι, βούτυρο, γιαούρτι, γάλα, και το κουλούρι του Ευαγγελίου (ψωμί με κόκκινο αυγό πάνω) πάνω στο στασίδι και τα έπαιρναν την Ανάσταση. Στην Ανακού είχαν ένα μανουάλι για δώδεκα μεγάλα κεριά και όταν ο παπάς έλεγε ένα-ένα τα ευαγγέλια, για κάθε ευαγγέλιο έσβηναν και ένα κερί. Τα κεριά που έμεναν τα έκοβαν και τα μοίραζε ο παπάς και οι άνθρωποι τα χρησιμοποιούσαν ως φυλακτά. Επίσης για φυλαχτό έπαιρναν κομματάκι από το σεντόνι του Χριστού. Πολλοί άρρωστοι κοιμόταν αποβραδίς στην εκκλησία για να γιατρευτούν. Στο Μιστί μάλιστα έρχονταν άρρωστοι Τούρκοι από τα γύρω χωριά Καρατλί, Ζάνζαμα, ξάπλωναν μπροστά στο ιερό πριν τα δώδεκα ευαγγέλια, για να γίνουν καλά. Αλλοι γεροί πάλι, στεκόταν κοντά στο παγκάρι και παρακολουθούσαν τη λειτουργία. Οι νοικοκυρές ζύμωναν λοχούμια, παξιμάδια με αυτά, γάλα και βούτυρο, αχλάδια, κουλούρια στρογγυλά ή πλεχτά. Πάνω έκαναν σταυρό χαραγμένο ή φτιαγμένο με προζύμι. Ημέρα του μεγαλύτερου πένθους ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν όλα κλειστά, θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία να πιάσει κανείς σφυρί ή καρφί αυτή τη μέρα. Οι γυναίκες στόλιζαν το Επιτάφιο με γκι, ζουμπούλια και σουσάμια (αυτά υπήρχαν εκείνη την εποχή). Όλοι προσκυνούσαν τον επιτάφιο, περνούσαν και τρεις φορές από κάτω για να είναι γεροί. Το βράδυ ο δάσκαλος με τα παιδιά διάβαζαν τον επιτάφιο θρήνο, έψελναν τα εγκώμια και μετά περιέφεραν τον Επιτάφιο με κατάνυξη στους δρόμους κρατώντας κεριά αναμμένα ψάλλοντας το «Κύριε ελέησον». Στο Μιστί, Γκέλβερι και Ανακού περιέφεραν τον επιτάφιο μόνο στο προαύλιο της εκκλησίας για το φόβο των Τούρκων. Το Μεγάλο Σάββατο ήταν η μέρα των πεθαμένων. Πήγαιναν στα νεκροταφεία, άναβαν κεριά και καντήλια και έκαναν τρισάγιο. Στην Αξό, ανήμερα της Λαμπρής γινόταν μεγάλη γιορτή των νεκρών. Στο Τσαρικλί Νίγδης γύριζαν και την Ανάσταση στο νεκροταφείο, όπου οι γυναίκες έκλαιγαν. Στο Μιστί στο τέλος της Σαρακοστής έβγαιναν τα παλικάρια κάθε βράδυ και μάζευαν ξύλα, άχυρα, καύσιμα τα οποία αποθήκευαν τραγουδώντας και σφυρίζοντας μέχρι τη Μ. Πέμπτη. Τη νύχτα του Σαββάτου τα μάζευαν στην πλατεία της γειτονιάς και άναβαν φωτιά. Μαζεύονταν γύρω και γελούσαν, φώναζαν, ώσπου να χτυπήσει η καμπάνα για την Ανάσταση. Συμβόλιζε τη φωτιά που είχαν ανάψει οι Απόστολοι και ζεσταίνονταν όταν ανέκριναν το Χριστό. Το Μ. Σάββατο οι άνδρες έσφαζαν μεγάλα ζώα και οι γυναίκες έφτιαχναν πίτες με αλεύρι, βούτυρο, ζάχαρη ή μέλι. Τα μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα για τη λειτουργία. Όλοι με τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησία. Μόλις ο παπάς έλεγε «Χριστός Ανέστη» τσούγκριζαν το αβγό και το έτρωγαν. Με αβγό άνοιγαν τη νηστεία και με αυγό την έκλειναν. Μετά τη λειτουργία της Ανάστασης έπαιρναν αυτά που είχαν αφήσει στην εκκλησία και πήγαιναν το «άγιο φως» στο σπίτι τους. Αναβαν το καντήλι και έτρωγαν σούπα, κρέας, πιλάφι, τυρί, πίτες, καϊμάκι. Την ημέρα της Ανάστασης νωρίς το απόγευμα γινόταν η Λειτουργία της Δεύτερης Ανάστασης. Μετά τη δοξολογία έβγαιναν για τη λιτανεία. Περνούσαν από τα κεντρικά σημεία του χωριού και γυρνούσαν στην εκκλησία όπου διαβάζονταν τα Ευαγγέλια σε επτά γλώσσες. Μετά τη δεύτερη Ανάσταση άρχιζε ο χορός και το γλέντι που κρατούσε όλη την εβδομάδα της διακαινησίμου. Σε πολλά μέρη γινόταν πανηγύρια στην εξοχή και αγώνες πάλης,, δρόμου και λιθαριού. Μεγάλη γιορτή ήταν του Αη- Γιωργιού, στις 23 Απριλίου, οδηγού και προστάτη των ταξιδιωτών και των ζώων. Στο Γκέλβερι η συντεχνία των γεωργών έκανε λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου. Στα Κενάταλα γινόταν μεγάλο πανηγύρι όπου στόλιζαν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου με στάχυα που έφερναν οι φτωχοί αγρότες από τα χωράφια τους.. Ύστερα κατέβαιναν στους κήπους του χωριού έσφαζαν αρνιά, έψηναν, διασκέδαζαν, έκαναν αγώνες πόλης Χριστιανοί και Τούρκοι και έστηναν κούνιες στα δένδρα και κουνιόταν. Στο Σιβρίχισαρ γιορταζόταν στο λαξευτό παρεκκλήσι του Αη-Γιώργη, όπου πρόσφεραν οι πιστοί διάφορα τάματα και προπάντων καϊκανά, δηλαδή σφουγγάτο με μέλι. Έσφαζαν κουρμπάνι και οι αρραβωνιασμένες δέχονταν δώρα από τις πεθερές και τους χωριανούς. Τον Αγιο τιμούσαν και οι Τούρκοι, χωριστά από τους Χριστιανούς. 
Πηγη  http://sottovoce6.blogspot.com/2010/12/blog-post_14.html