Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ο ΛΟΥΚΑΡΙΣ Ο ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ


 Ὁ  Ἱερομάρτυς Κύριλλος ὁ Λούκαρις γεννήθηκε στὸν Χάνδακα τῆς Κρήτης στὶς 13 Νοεμβρίου 1572 «ἐκ γονέων περιφανῶν ἐλευθέρων, ἔν τε τῇ Πολιτείᾳ  καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ περιβλέπτων» καὶ κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα πῆρε τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος. Ὁ πατέρας του Στέφανος ἦταν Ἱερέας καὶ διδάσκαλός του ὑπῆρξε ὁ Ἱερομόναχος Μελέτιος ὁ Βλαστός.
Μετὰ τὴν ἐγκύκλια ἐκπαίδευση ὁ Κύριλλος μετέβη στὴ Βενετία (1584) γιὰ εὐρύτερη μόρφωση. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν Ἐπίσκοπο Κυθήρων Μάξιμο τὸν Μαργούνιο, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέλαβε κάτω ἀπὸ τὴν προστασία του καὶ χρημάτισε καθηγητής του. Τὸ 1588 ἀναγκάστηκε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Κρήτη, λόγῳ οἰκονομικῶν προβλημάτων τῆς οἰκογενείας του, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἐπέστρεψε στὴν Ἰταλία καὶ γράφτηκε στὸ περίφημο Παταβινὸ Πανεπιστήμιο, ὅπου διδάχθηκε Φιλοσοφία καὶ Θεολογία.
Τελειώνοντας τὶς σπουδὲς στὴν Ἑσπερία ἐπέστρεψε στὴν Κρήτη (1592) καὶ ἐκάρη Μοναχὸς στὴ Μονὴ τῆς Ἀγκαράθου. Στὴ μετάνοιά του παρέμεινε ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα, γιατὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος τὸν κάλεσε στὴν Αἴγυπτο ὁ συγγενής του Ἅγιος Μελέτιος ὁ Πηγᾶς, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος τὸν χειροτόνησε Διάκονο καὶ Πρεσβύτερο καὶ τὸν ὀνόμασε Πρωτοσύγκελλό του.
Τὸ ἔτος 1593 ἐστάλη ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μελέτιο στὴν Πολωνία γιὰ νὰ στηρίξει τὸ ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῆς Οὐνίας χειμαζόμενο Ὀρθόδοξο ποίμνιο, ὅπου ἐργάστηκε μὲ ζῆλο γιὰ τρία χρόνια καὶ κινδύνευσε νὰ συλληφθεῖ καὶ νὰ θανατωθεῖ κατὰ τὸν διωγμὸ ποὺ ἐξαπέλυσε ὁ βασιλιᾶς Σιγισμοῦνδος ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ 1559 ὡς «Μέγας Ἀρχιμανδρίτης καὶ Ἔξαρχος» ἀπεστάλη καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Μελέτιο Πηγᾶ, τότε Ἐπιτηρητὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, στὴν Πολωνία γιὰ ἐκκλησιαστικὴ ὑπηρεσία. Παράλληλα εἶχε τὴν ἐντολὴ νὰ περάσει ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ τὴ Χίο γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν προπαγάνδα τῶν Ἰησουϊτῶν. Ἀπὸ τὴν Πολωνία μετέβη στὶς Παραδουνάβιες χῶρες (1601) γιὰ νὰ στηρίξει καὶ ἐκεῖ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἐνῶ βρισκόταν στὸ Ἰάσιο ἔλαβε ἐπιστολὴ τοῦ Μελετίου, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια γιὰ νὰ τοῦ ἀφήσει τὶς τελευταῖες ὑποθῆκες καὶ νὰ τοῦ παραδώσει τὸν Θρόνο.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Μελετίου (13-9-1601) ὁ Κύριλλος ἐξελέγη Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν. Ἀμέσως συγκάλεσε τοπικὴ Σύνοδο στὸ Κάϊρο καὶ καταδίκασε τοὺς Λατίνους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν προσεταιριστεῖ τοὺς Κόπτες μὲ σκοπὸ νὰ καταστρέψουν τὸ Ὀρθόδοξο Πατριαρχεῖο. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1605 ἔφτασε στὴν Κύπρο, ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τῶν Χριστιανῶν, γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία ποὺ σπαρασσόταν ἀπὸ ἐσωτερικὲς ἔριδες καὶ μάχες καὶ κατόρθωσε νὰ εἰρηνεύσει τὰ πράγματα. Τὸ 1608 μετέβη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιά τὴ χειροτονία τοῦ Ἱεροσολύμων Θεοφάνους, καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ στὴ Δαμασκό. Ἐπανῆλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου. Προχώρησε στὴ συντήρηση τῶν Πατριαρχικῶν κτηρίων καὶ Ναῶν καὶ οἰκοδόμησε νέους, ἐνῶ παράλληλα φρόντισε νὰ ἀπαλλάξει τὸ Πατριαρχεῖο ἀπὸ τὰ χρέη του.
Τὸ Φεβρουάριο τοῦ 1612, ἐνῶ βρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐξελέγη «Ἐπιτηρητής» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἀλλὰ παραιτήθηκε, ἐπειδὴ κάποιοι Ἀρχιερεῖς φατρίασαν ἐναντίον του προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στὴν Ἐκκλησία. Ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ τὴ Βλαχία, ὅπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια διδάσκοντας τὸν λαὸ καὶ ἀγωνιζόμενος κατὰ τῆς Οὐνίας. Πρὶν τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴ Βλαχία ἐξέδωκε ἐγκύκλιο (Τόμο) πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους, μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων, ἐλέγχει τοὺς λατινόφρονες Ἕλληνες τροφίμους τῆς Σχολῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς Ρώμης καὶ συνιστᾶ τὴν ἀπαρασάλευτη ἐμμονὴ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη ὡς τὸν μοναδικὸ τρόπο ἄμυνας κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς εὐσεβείας. 
Γιά νὰ διαφωτίσει τὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα συνέγραψε σὲ ἁπλῆ γλῶσσα δύο πραγματεῖες, μία κατὰ τῆς Ἀρχῆς, δηλαδή κατὰ τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα Ρώμης, καὶ μία ἄλλη σὲ μορφὴ διαλόγου μεταξὺ Φιλαλήθους καὶ Ζηλωτοῦ, μὲ τὴν ὁποία ἐξέθεσε τὶς σατανικὲς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ἰησουΐτες γιὰ νὰ προσηλυτίσουν τοὺς Ὀρθοδόξους. 
Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Βλαχία ἐπισκέφτηκε πάλι τὸ Ἅγιο Ὄρος, καὶ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1615 ἐπέστρεψε στὴν Αἴγυπτο, ὅπου παρέμεινε, μέχρι τὴν ἐκλογή του στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, ἀσχολούμενος μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν κατήχηση τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ στὸ μεταξύ, χάρη στὶς ἄοκνες προσπάθειές του, εἶχαν ἐκλείψει τὰ μεγάλα προβλήματα ποὺ ταλαιπωροῦσαν τὸν Ἀλεξανδρινὸ Θρόνο.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Πατριάρχου Τιμοθέου τοῦ Β΄ ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινοπόλεως τὸν ἐξέλεξε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη (4-11-1620), ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ δυόμιση χρόνια ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θρόνο (Ἀπρίλιο 1623), κατηγορούμενος ὅτι προετοίμαζε ἐπανάσταση τῶν ἑλληνικῶν νησιῶν, καὶ σιδηροδέσμιος ἐξορίστηκε στὴ Ρόδο. Ὁ νέος Πατριάρχης Ἄνθιμος ἔστειλε ἐκεῖ Ἀρχιερεῖς μὲ σκοπὸ νὰ τὸν πείσουν νὰ ὑποβάλει κανονικὴ παραίτηση. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπέρριψε τὴν πρόταση καί, μὲ διαταγὴ τοῦ Μεγάλου Βεζύρη, ἐπέστρεψε στὴ Βασιλεύουσα (Σεπτέμβριος 1623), ὅπου ἔγινε θριαμβευτικὰ δεκτὸς ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Πολλοὶ κατέφθαναν στὸν Γαλατᾶ, ὅπου διέμενε, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του, ἐνῶ οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ πρόκριτοι καὶ ὁ λαὸς ζητοῦσαν ἐπίμονα τὴν ἐπάνοδό του στὸν Θρόνο. Ὁ Πατριάρχης Ἄνθιμος ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθεῖ καὶ στὸν Θρόνο ἐπανῆλθε ὁ Κύριλλος (2-10-1623). Ἡ ἀποκατάστασή του ἔγινε ἀφορμὴ γενικῆς χαρᾶς τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι στὸ πρόσωπό του ἔβλεπαν τὸν γνήσιο καὶ ἀληθινό ποιμένα καὶ Πατριάρχη τους.
Οἱ πολέμιοι τοῦ Πατριάρχου βρῆκαν πειθήνιο ὄργανό τους τὸν Βεροίας Κύριλλο Κονταρῆ, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Πόλη (1632) καὶ ἄρχισε νὰ συκοφαντεῖ τὸν Πατριάρχη, διαδίδοντας στοὺς κυβερνητικοὺς κύκλους ὅτι βρισκόταν σὲ μυστικὴ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ ὅτι συνομωτοῦσε ἐναντίον της. Οἱ συκοφαντίες ἔγιναν ἀποδεκτές, ὁ Πατριάρχης ἀπομακρύνθηκε ἀλλά, λόγῳ τῆς γενικῆς ἀγανακτήσεως, μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ ἡμέρες ἐπανῆλθε στὸν Θρόνο. Παρὰ ταῦτα οἱ πολέμιοί του δὲν ἔπαυσαν οὔτε στιγμὴ νὰ ἐργάζονται γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του. Καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ στοὺς τούρκους κατόρθωσαν νὰ τὸν ἐξορίσουν στὴν Τένεδο (7-5-1634)  καὶ νὰ άνεβάσουν στὸν Θρόνο τὸν Θεσσαλονίκης Ἀθανάσιο Πατελλάρο. Ἡ παρανομία ὅμως δὲν εἶχε μεγάλη διάρκεια γιατὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἀπομακρύνθηκε ὁ Ἀθανάσιος καὶ ὁ Κύριλλος ἐπανῆλθε θριαμβευτικὰ στὸν Θρόνο.
Οἱ συνεχεῖς ἀποτυχίες νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ Πατριάρχης Κύριλλος καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ ἄλλος τῆς ἀρεσκείας τους δὲν ἀπογοήτευσαν τοὺς ἐχθρούς του, ἀντίθετα τοὺς ἔκαναν σκληρότερους στὴν πολεμική τους καὶ ἐφευρετικότερους στὶς μεθοδεύσεις τους. Πάλι, (Μάρτιος 1635), οἱ Ἰησουῗτες κινήθηκαν ἐναντίον του καὶ δίνοντας ἄφθονα χρήματα κατόρθωσαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀπομάκρυνσή του καὶ τὴν ἄνοδο στὸ Θρόνο τοῦ Κονταρῆ, ὁ ὁποῖος συνέλαβε καὶ περιόρισε τὸν γέροντα πλέον Πατριάρχη.
Σύμφωνα μὲ ἔγγραφο τοῦ Αὐστριακοῦ Πρεσβευτὴ Schmidt ὁ Κονταρῆς καὶ ἡ συμμορία του σκεφτόταν νὰ τυφλώσουν ἢ νὰ δηλητηριάσουν τὸν Κύριλλο. Ὁ Schmidt σκέφτηκε νὰ τὸν κρατήσει φυλακισμένο στὴν αὐστριακὴ πρεσβεία ἀλλὰ φοβήθηκε μήπως οἱ φωνὲς του τραβήξουν τὴν προσοχὴ τῶν Ἑλλήνων γειτόνων. Μέ πρόταση τοῦ πρεσβευτὴ ἀποφασίστηκε νὰ ἀκολουθήσουν τὶς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς ρωμαϊκῆς Προπαγάνδας γιὰ τὸν Πατριάρχη καὶ νὰ ναυλωθεῖ πλοῖο μὲ ἔμπιστο πλήρωμα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπιβιβαζόταν γιὰ νὰ μεταφερθεῖ δῆθεν ἐξόριστος στὴ Ρόδο. Ὁ πλοίαρχος εἶχε ἐντολὴ νὰ προσεγγίσει τὸ πρῶτο πειρατικὸ πλοῖο ποὺ θὰ συναντοῦσε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων τῆς αὐστριακῆς πρεσβείας θὰ παρέδιδε τὸν Κύριλλο γιὰ νὰ μεταφερθεῖ στὴ Μάλτα. Στὴν Κωνσταντινούπολη θὰ κυκλοφοροῦσε ἡ φήμη ὅτι Μελιταῖοι αἰχμαλώτισαν τὸ πλοῖο, στὸ ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ Πατριάρχης, καὶ ὅτι τὸν μετέφεραν στὸ νησί τους. 
Ὕστερα ἀπὸ πολλὲς διαπραγματεύσεις καὶ ἀναβολὲς βρέθηκε τὸ πλοῖο καὶ τὸ πλήρωμα καὶ δόθηκαν τὰ ἔγγραφα τῆς αὐστριακῆς Πρεσβείας στὸν Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος θὰ συνόδευε τὸν αἰχμάλωτο Πατριάρχη· ἀλλὰ ἡ ὁλλανδικὴ Πρεσβεία κατόρθωσε μὲ κατάσκοπο νὰ μάθει τὰ τεκταινόμενα. Τὸ πλήρωμα ἐξαγοράστηκε καὶ ὁδήγησε τὸ πλοῖο στὴ Χίο, ὅπου βρισκόταν ὁ διοικητὴς τῆς Ρόδου Μπεκὴρ Πασᾶς, φίλος τοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος τὸν πῆρε ὑπὸ τὴν προστασία του στὴ Ρόδο, ὅπου καὶ παρέμεινε μέχρι τὰ μέσα τοῦ 1636, ὁπότε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐπανῆλθε στὸν Θρόνο τὸν Μάρτιο τοῦ 1637. Βρισκόταν ἤδη σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ μποροῦσαν οἱ πολέμιοί του νὰ περιμένουν τὸν φυσικὸ θάνατό του γιὰ νὰ ἐφαρμόσουν τὰ σχέδιά τους. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ Ἰησουῗτες πείστηκαν ὅτι ἦταν ἀκατάβλητος «ὁ μέγας γέρων» καὶ γι̉  αὐτὸ ἀποφασίστηκε νὰ ἐπιδιωχθεῖ μὲ κάθε μέσο ὁ θάνατός του.
Νέες ἐνέργειες τῶν ἐχθρῶν του ἀπέδωσαν τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ προσδοκοῦσαν. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1638 ὁ Schmidt ποὺ βρισκόταν σὲ διαρκῆ συνενόηση μὲ τὴν Προπαγάνδα κατόρθωσε νὰ ἀπομακρύνει τὸν Κύριλλο ἀπὸ τὸν Θρόνο προβάλλοντας τὴν κατηγορία στὶς τουρκικὲς ἀρχὲς ὅτι προετοιμάζει ἐπίθεση τῶν Ρώσων κατὰ τῆς Κωνστινουπόλεως καὶ ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Σουλτάνος Μουρὰτ ποὺ βρισκόταν στὴν ἐκστρατεία κατὰ τῆς Βαγδάτης ἀποδέχθηκε τὶς κατηγορίες καὶ μὲ τὴν εἰσήγηση τοῦ Μεγάλου Βεζύρη Μπαϊρὰμ πασᾶ διέταξε νὰ τὸν θανατώσουν. 
Ὁ Κύριλλος συνελήφθη ἀπὸ ἀπόσπασμα τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στίς 22 Ιουνίου καὶ φυλακίστηκε στὸ φρούριο Ρούμελη Χισσάρ, ὅπου στίς 27 Ἰουνίου 1638 ἔφτασαν 15 Γενίτσαροι καὶ ἄλλοι ἀνώτεροι κρατικοὶ ὑπάλληλοι. Τὸν παρέλαβαν καί, ἐπιβιβάζοντάς τον σὲ ἕνα πλοιάριο, τὸν μετέφεραν στὴν παραλία τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὅπου τὸν θανάτωσαν μὲ στραγγαλισμό. Ὁ λαὸς πληροφορήθηκε τὴν ἑπομένη ἡμέρα τὸν θάνατό του καὶ ἐξεγέρθηκε ἐναντίον τοῦ Κονταρῆ, ὁ ὁποῖος ὅμως προσποιήθηκε ὅτι δὲν εἶχε γνώση τῶν πραγμάτων. Τὸ σῶμά του τάφηκε πρόχειρα στὴν ἄμμο τοῦ αἰγιαλοῦ ἀλλὰ μετὰ τρεῖς μέρες ἄνθρωποι τοῦ Κονταρῆ τὸ ξέθαψαν καὶ τὸ πέταξαν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ μὴ βρεθεῖ ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Βρέθηκε ὅμως ἀπὸ κάποιους ἁλιεῖς, ἤ σύμφωνα μὲ ἄλλους, ἀπὸ Χριστιανοὺς ποὺ τὸ ἀναζήτησαν, μεταφέρθηκε κρυφὰ καὶ ἐνταφιάστηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, στὴν ὁμώνυμη νησίδα τοῦ κόλπου τῆς Νικομηδείας.
Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια, τὸ 1641, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Παρθένιος ὁ Α΄ ὁ Γέρων (1639-1644) μερίμνησε γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ καὶ μεταφορὰ τῶν λειψάνων του στὸ Πατριαρχεῖο καί, ἀφοῦ «ἔψαλλεν αὐτά», ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μεταφερθοῦν στὴ Μονὴ Καμαριωτίσσης τῆς Χάλκης καὶ νὰ τοποθετηθοῦν στὸ ἱερὸ Βῆμα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα. Ἀπὸ ἐκεῖ μετακομίστηκαν στὸ Πατριαρχικὸ Σκευοφυλάκιο καὶ τὸ 1975 ἀποδόθηκαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀγκαράθου, ὅπου φυλάσσονται σήμερα.
Ὁ Ἱερομάρτυς Πατριάρχης Κύριλλος ἀμέσως μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατό του τιμήθηκε ὡς Ἅγιος καὶ Μάρτυς, ὁ δὲ Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλός συνέταξε καὶ Ἀκολουθία γιὰ νὰ ἑορτάζεται ἡ Μνήμη του. Ἡ ἐπίσημη Ἁγιοκατάταξή του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας τὴν 6η Ὀκτωβρίου 2009. 

Ἀπολυτίκιον. ῏Ηχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν φωστῆρα τῆς Κρήτης, ᾿Αγκαράθου τὸν ὄρπηκα, τῆς Ἀλεξανδρείας ποιμένα, Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, τὸν θεῖον δεῦτε Κύριλλον πιστοί, ὡς πρόμαχον τῆς πίστεως στεῤῥόν, καὶ Μαρτύρων θεοδόξαστον κοινωνόν, τιμήσωμεν ἐκβοῶντες· Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐν ὑψίστοις εὐκλεῶς, δοξάσαντί σε ῞Αγιε. 

῞Ετερον. ῏Ηχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, τῆς Κρητονήσου, ἄνθος εὔοσμον, τῆς ᾿Αγκαράθου, ἀνεδείχθης Μονῆς Πάτερ Κύριλλε· ᾿Αλεξανδρείας ποιμὴν φιλοπρόβατος, καὶ Βυζαντίου θεόκριτος πρόεδρος. ῞Οθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. ῏Ηχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ε᾿ν Πατριάρχαις ἀθλητὴς ἀκαταγώνιστος, 
θανατωθεὶς ᾿Αγαρηνῶν χερσὶ φονόεσσαις, 
ἀναδέδειξαι, ὦ Κύριλλε, θεηγόρε.
῞Οθεν στέφος ἀφθαρσίας κομισάμενος, 
ἱκεσίαις σου μὴ παύσῃ προϊστάμενος, 
τῶν βοώντων σοι· Χαίροις, Πάτερ πολύαθλε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Κρητονήσου ἄνθος τερπνόν, καὶ ᾿Αλεξανδρείας, Ποιμενάρχης περικλεής· Χαίροις Πατριάρχης, σοφὸς τῆς Κωνσταντίνου, καὶ Ἐκκλησίας στῦλος, ἔνδοξε Κύριλλε. 
  ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΕΩΣΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΝΕΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑΡΕΩΣ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΟ ΠΡΟΤΕΡΟΝ ΕΙΤΑ ΔΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΓΕΝΟΜΕΝΟΥ


Τοὺς τῆς εὐαγγελικῆς τελειότητος, σπουδῇ ἁγίᾳ καὶ ἀρετῶν συντονίᾳ, διανύσαντας τρίβον καὶ ἑαυτοὺς ἀναλώσαντας ἔργῳ ἐμπράκτῳ τε καὶ πράξει ἐλλόγῳ ἐν τῇ ὑπακοῇ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ ἀγάπῃ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον, καὶ ἀντιταξαμένους τῷ κοσμοκράτορι τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ νικήσαντας τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας τοῦ σκότους, καὶ μαρτυρήσαντας τὴν καλὴν ὁμολογίαν καὶ τὴν πίστιν κρατύναντας, τήν τε ᾿Εκκλησίαν στηρίξαντας καὶ τὴν δόξαν αὐτῆς λαμπρύναντας, καὶ τοῖς ἐνδόξοις αὐτῶν μαρτυρίοις κηρύξαντας καὶ ἔτι κηρύττοντας ὅτι αὐτῆς οὐδὲ πύλαι Ἅιδου κατισχύσουσι δύνανται, ἱεραῖς μνήμαις καὶ ἑορταῖς, συνάξεσί τε καὶ πανηγύρεσι σεμνύνειν καὶ τιμᾶν καὶ ἐπαινεῖν ἐξ ἀρχῆς παρὰ τῶν Πατέρων ἡμῶν ἐλάβομεν, τοῦτο πιστεύοντες ὅτι ὁ τιμῶν Κύριον τιμᾷ καὶ ῞Αγιον, ὁ δὲ ἀτιμάζων ῞Αγιον ἀτιμάζει καὶ τὸν ἑαυτοῦ Δεσπότην, ὡς κάλλιστα που διδάσκει ὁ τῆς Σαλαμῖνος ᾿Επιφάνιος· ἔτι δέ, εἰς τὴν πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν ἱκεσίαν τούτους ἐπικαλεῖσθαι, τοῦ δι᾿ αὐτῶν, ἤγουν διὰ τῆς μεσιτείας αὐτῶν ἵλεων ἡμῖν γενέσθαι Αὐτόν, καὶ λύτρον ἡμῖν τῶν πταισμάτων δοθῆναι.᾿Επειδὴ τοίνυν τοιούτοις ἐξέχουσιν ἁγιότητος προτερήμασιν ἐπὶ τῆς γῆς ἐπολιτεύσατο καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐπιγείου αὐτοῦ ἀναστροφῆς διεκέκριτο, ὁ ἐκ τῆς Μεγαλονήσου Κρήτης, καὶ δὴ ἐκ Χάνδακος τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς, τοῦ γε νῦν καλουμένου ῾Ηρακλείου, ὁρμώμενος, καὶ ἐν τῆς Μεγάλης Πόλεως ᾿Αλεξανδρείας τῷ Θρόνῳ τὸ πρῶτον διαπρέψας, εἶτα δὲ τὸν Οἰκουμενικὸν τῆς Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον κατακοσμήσας, Κύριλλος ὁ ἐπονομαζόμενος Λούκαρις, ἔχων παιδιόθεν τὴν πρὸς τὰ κρείττονα ἔφεσιν καὶ ἀποταξάμενος γνησίως τοῖς βιοτικοῖς πράγμασι καὶ τῆς κατ᾿ ἄμφω σοφίας ταῖς χάρισι διαλάμψας, χρηματίσας δὲ τῆς ἐν Χριστῷ εὐσεβείας ἐν διδαχαῖς καὶ συγγράμμασι κῆρυξ θεόσοφος καὶ διδάσκαλος, ποιμάνας τὸ ἐμπιστευθὲν αὐτῷ ποίμνιον ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ καὶ τελείᾳ ἑαυτοῦ ἀπαρνήσει, προστὰς τῆς κατ᾿ ᾿Ανατολὰς ᾿Ορθοδόξου ἡμῶν ᾿Εκκλησίας ἐν τοῖς χαλεποῖς χρόνοις τῆς τῶν ἀλλοπίστων ἐχθρῶν δουλείας καὶ ὑπερμαχήσας ἔργῳ καὶ λόγῳ τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος ἄχρι γήρατος, ἕως οὗ καὶ τὸν μαρτυρικὸν τῇ κζ’ ᾿Ιουνίου τοῦ χιλιοστοῦ ἑξακοσιοστοῦ τριακοστοῦ καὶ ὀγδόου σωτηρίου ἔτους ὑπέμεινε θάνατον, στραγγαλισθεὶς ὑπὸ τῶν αἱμοδιψῶν Γενιτσάρων καὶ ἀκοντισθεὶς τῷ τῆς θαλάσσης βυθῷ, θεμελιωθείσης δ᾿ οὕτω περὶ αὐτοῦ αὐθορμήτως ὑπὸ συγχρόνων καὶ μεταγενεστέρων τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτοῦ ὡς Μάρτυρος ἐν ῾Ιεράρχαις, καὶ τιμηθέντος ἅμα τῷ μαρτυρίῳ αὐτοῦ δι᾿ ἐκκλησιαστικῆς ᾿Ακολουθίας, συνταχθείσης ὑπὸ τοῦ ῾Οσίου Πατρὸς ἡμῶν Εὐγενίου τοῦ Νέου, τοῦ ἐπονομαζομένου Αἰτωλοῦ, πρὸς δὲ λαβόντες ὑπ᾿ ὄψιν καὶ ὅσα δι᾿ ἀναφορᾶς αὐτοῦ καὶ εἰσηγήσεως ἐξέθεσε καὶ συνοδικῶς ἐβεβαιώσατο ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κένυας κύριος Μακάριος, περὶ κατατάξεως τοῦ εἰρημένου ῾Ιεράρχου ἐν τῇ τῶν ῾Αγίων ῾Ιεραρχῶν καί Μαρτύρων χορείᾳ διατυπούμενος, ἡ Μετριότης ἡμῶν, μετὰ τῶν περὶ ἡμᾶς ῾Ιερωτάτων Μητροπολιτῶν, τῶν ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ἀγαπητῶν ἡμῖν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν, ἀποδιδόντες πρὸς τὴν θεάρεστον αὐτοῦ βιοτὴν καὶ πολιτείαν, τὰς ἐξαιρέτους αὐτοῦ ὑπηρεσίας πρὸς τὸν καθ᾿ ἡμᾶς ῾Αγιώτατον Ἀποστολικὸν τῆς ᾿Αλεξανδρείας Θρόνον καὶ τὴν καθόλου ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, τοὺς ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως καὶ εὐσεβείας ἀτρύτους αὐτοῦ ἀγῶνας καὶ καμάτους, τὸ γενναῖον, κἄν ἐν γήρατι, μαρτύριον καὶ περὶ τῆς πνευματικῆς ὠφελείας τῶν πιστῶν πρόνοιαν ποιούμενοι, καὶ διαφημισθείσης τῆς φήμης πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τὰ τίμια αὐτοῦ λείψανα, πλήρη εὐωδίας πνευματικῆς, ἐν τῇ περιπύστῳ τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου Μονῇ, τῇ ἐπονομαζομένῃ τῆς ᾿Αγκαράθου, ἔνθα ὁ μακάριος τὸ τῶν Μοναχῶν τίμιον σχῆμα ἐνεδύσατο, ἐντὸς ἀργυρᾶς θήκης φυλάσσονται καὶ εἰς προσκύνησιν ὑπὸ τῶν πιστῶν πρὸς ἁγιασμὸν αὐτῶν τίθενται, καὶ ὅτι θαυμάτων παρεκτικὰ ταῦτα ὁ Κύριος ἀνέδειξεν, ἔγνωμεν συνῳδὰ τοῖς πρὸ ἡμῶν Θείοις Πατράσι τῷ κοινῷ τῆς ᾿Εκκλησίας ἔθει κατακολουθοῦντες, τὴν προσήκουσαν τοῖς ἁγίοις ἀνδράσι καὶ τούτῳ ἀπονεῖμαι τιμήν.Διὸ καὶ ἀποφαινόμεθα Συνοδικῶς, θεσπίζομεν καὶ διορίζομεν καὶ ἐν ῾Αγίῳ διακελευόμεθα Πνεύματι, ὅπως ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα, ὁ προῤῥηθεὶς ἀοίδιμος Πατριάρχης Κύριλλος, ὁ ἐπονομαζόμενος Λούκαρις, συναριθμῆται τῷ χορῷ τῶν ῾Αγίων ῾Ιεραρχῶν καὶ Μαρτύρων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐτησίαις ἱεροτελεστίαις καὶ ἀγιστείας τιμώμενος παρὰ τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῶν πιστῶν καὶ ὕμνοις ᾀσμάτων καὶ ἐγκωμίοις γεραιρόμενος τῇ κζ' ᾿Ιουνίου, ἐν ᾗ τὸ μαρτύριον αὐτοῦ ἐτετελείωτο, εἰς τιμὴν μὲν αὐτοῦ, δόξαν δὲ τοῦ ἐν ῾Αγίοις θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τοῦ τοὺς ῾Αγίους δοξάζοντος καὶ ἐνδοξαζομένου ἐν ταῖς ἁγίαις αὐτῶν μνήμαις καὶ ἱεραῖς πανηγύρεσι.Εἰς ἔνδειξιν δὲ τούτου καὶ βεβαίωσιν ἐγένετο καὶ ἡ παροῦσα Πατριαρχικὴ ἡμῶν καὶ Συνοδικὴ Πρᾶξις, καταστρωθεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἐν τῷ ἱερῷ Κώδικι τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ῾Αγιωτάτης ᾿Εκκλησίας τῆς ᾿Αλεξανδρείας.
᾿Εν ἔτει σωτηρίῳ δισχιλιοστῷ καὶ ἐνάτῳ, κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, τῇ ἕκτῃ.
†Ὁ Ἀλεξανδρείας ΘΕΟΔΩΡΟΣ Β’
†Ὁ Γέρων Μέμφιδος Παῦλος
†Ὁ Γέρων Λεοντοπόλεως Διονύσιος
†Ὁ Γέρων Ἀξώμης Πέτρος
†Ὁ Κένυας Μακάριος
†Ὁ Καμπάλας Ἰωνᾶς
†Ὁ Ἰωαννουπόλεως καὶ Πρετορίας Σεραφείμ
†Ὁ Νιγηρίας Ἀλέξανδρος
†Ὁ Τριπόλεως Θεοφύλακτος
†Ὁ Καλῆς Ἐλπίδος Σέργιος
†Ὁ Καρθαγένης Ἀλέξιος
†Ὁ Μουάνζας Ἱερώνυμος
†Ὁ Πηλουσίου Καλλίνικος
†Ὁ Πτολεμαΐδος Προτέριος
†Ὁ Ζιμπάμπουε Γεώργιος
†Ὁ Ἑρμουπόλεως Νικόλαος
†Ὁ Εἰρηνουπόλεως Δημήτριος
†Ὁ Κεντρώας Ἀφρικῆς Ἰγνάτιος
†Ὁ Χαρτοὺμ Ἐμμανουὴλ
†Ὁ Καμεροὺν Γρηγόριος 


Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ Γ.ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ





 Ο πνευματικός του Ανδρέα Παπανδρέου μιλά για τον μεγάλο ηγέτη και επισημαίνει ότι αν ζούσε, οι πολιτικοί επίγονοί του στο ΠΑΣΟΚ και στην πολιτική θα είχαν εξαφανιστεί!

Του Βελισσάριου Δραγάτση
Ο Ανδρέας Παπανδρέου για τον αρχιμανδρίτη π. Τιμόθεο Ηλιάκη δεν ήταν ο πολιτικός ηγέτης, όπως τον γνωρίσαμε όλοι οι άλλοι. Ήταν ένας άνθρωπος με πάθη, με σκέψεις, με προβληματισμούς που του άνοιγε την καρδιά του συνδυάζοντας την πίστη με την εμπιστοσύνη.
Ακούραστος εργάτης για την πατρίδα και τον Ελληνισμό, ο αρχιμανδρίτης Τιμόθεος προσφέρει σημαντικό φιλανθρωπικό, κοινωνικό και πνευματικό έργο στον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Παράλληλα, μέσα από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης τιμά τα όσια και τα ιερά, διδάσκει την αλήθεια, εμψυχώνει τους δοκιμαζόμενους συνανθρώπους μας και δεν σταματά τον αδιάκοπο αγώνα.
Τούτον τον ιερωμένο εμπιστευόταν ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου. Εξομολογούταν, εξέφραζε τους προβληματισμούς του, ζητούσε μια άλλη άποψη πέρα από το πλαίσιο της δικής του ιδεολογίας. Πάντοτε ο αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Ηλιάκης είχε απάντηση και παραδείγματα μέσα από την Αγία Γραφή και την ελληνική ιστορία.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πανοσιολογιότατος αφηγείτο ένα γεγονός από την ιστορία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας ή από τη ζωή των βυζαντινών αυτοκρατόρων (και κυρίως του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου) που να μην την άκουγε ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ. «Δεν συμφωνώ αλλά με προβληματίζεις», έλεγε χωρίς άλλα σχόλια. Απλώς σκεφτόταν. Όπως μάλιστα εξηγεί ο αρχιμανδρίτης Τιμόθεος ο πρώην πρωθυπουργός λάτρευε τον βυζαντινό πολιτισμό και ήταν εξαιρετικός γνώστης της βυζαντινής ιστορίας.
Ο Παπανδρέου συμφωνούσε μάλιστα με την παρατήρηση του Βρετανικού ιστορικού Τζούλιους Νόργουϊτς ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτελεί τη μοναδική οντότητα που λειτούργησε με σοσιαλιστικές αντιλήψεις, χάρη στην αρχαιοελληνική παράδοση και την ορθόδοξη διδασκαλία με την οποία ανδρώθηκαν οι ηγέτες της γι’ αυτό μερίμνησαν για το λαό και έδωσαν αυστηρά μαθήματα στην ασυδωσία των πλουσίων. Η αντίληψη αυτή μάλιστα ταιριάζει και με μια ιστορική ρήση που είχε πει ο Γέρος της Δημοκρατίας Γεώργιος Παπανδρέου, όταν είχε πει από το βήμα της Βουλής: «όταν ευημερούν οι αριθμοί, ταλαιπωρείται ο λαός». 


Οι πεποιθήσεις του Ανδρέα

Ο αρχιμανδρίτης π. Τιμόθεος εξηγεί την πατριωτική στάση του Ανδρέα Παπανδρέου στην ελληνοτουρκική κρίση του 1987. Απέδειξε ότι δεν διακήρυξε τυχαία το σύνθημα που λέει ότι «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» αλλά πίστευε βαθιά πως ο λαός δεν αξίζει να ζει ως υπόδουλος ή χωρισμένος σε αντίπαλα στρατόπεδα. Γι’ αυτό προώθησε τον εκδημοκρατισμό και στην τελευταία εμφάνιση που έκανε σε σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. το 1995, προαναγγέλλοντας όσα βιώνει σήμερα η κοινωνία. «Πρέπει να κρατούμε το λαό ενήμερο για τα «συν» και τα «πλην» ώστε να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε μάχη για τα δικαιώματά μας, τα αναφαίρετα. Οι μάχες δεν είναι στο μέτωπο. Οι μάχες είναι μέσα στην κοινωνική, μέσα στην οικονομία», είχε πει τότε (video). 
Νωρίς το πρωί του Σαββάτου 23 Ιουνίου 1996 ο Ανδρέας έφυγε. Πέρασε στην Ιστορία αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο πολιτικό έργο για το οποίο θα ακουστούν πολλά σήμερα.
Το “Newsbomb.gr” αναζήτησε κι έπεισε τον αρχιμανδρίτη π. Τιμόθεο Ηλιάκη να πει δύο λόγια για τον άνθρωπο που έδωσε το δικό του στίγμα στην πορεία της χώρας, φωτίζοντας μια άγνωστη πτυχή του Ανδρέα Παπανδρέου. Μας προσέφερε μάλιστα μερικές από τις φωτογραφίες του αρχείου του, οι οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά σε Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας και τον ευχαριστούμε θερμά. 
Αν είχατε ένα πενάκι πώς θα σκιαγραφούσατε  τον Ανδρέα Παπανδρέου;
Ήταν ένας άρχοντας. Επιτρέψτε μου να πω ο άρχοντας της πολιτικής, με τη συγκρότηση, το υπόβαθρο και την ισχύ της άποψης που τον διέκρινε.
Κατά πολλούς, ο Ανδρέας ήταν ένας πολιτικός που στηριζόταν στη δύναμη της ιδεολογίας και όχι στην ισχύ της πίστης. Ισχύει ή όχι, όπως τον ζήσατε;
Έχετε δίκιο. Πράγματι, ο Ανδρέας στηριζόταν στη δύναμη της ιδεολογίας. Χάρη σ’ αυτήν την ιδεολογία έδωσε όραμα στους Έλληνες που πίστεψαν, αγωνίστηκαν και κατέκτησαν τα ιδανικά της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές, κατά τις οποίες, πριν λάβει μια σημαντική απόφαση ο Ανδρέας Παπανδρέου παρατηρούσε: «Θα μας κρίνει ο Θεός μια μέρα». Δεν υπάρχει πιο ενδεικτική ένδειξη για την προσωπικότητά του.  
Πιστεύετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου της τελευταίας διακυβέρνησης, από το 1993 ως το 1995, ήταν διαφορετικός από εκείνον που μονοπώλησε στην πολιτική σκηνή από το 1981 ως το 1989;
Ναι, δεν θα διαφωνήσω μαζί σας. Πιστεύω ότι η περιπέτεια της υγείας του, τον έφερε κοντά στον Θεό, τον οποίον -υπογραμμίζω- δεν απαρνήθηκε ουδέποτε. Απλώς δεν τον είχε πλησιάσει όσο θα έπρεπε.
Αυτή η προσέγγιση λειτούργησε θετικά στις απόψεις και στις αποφάσεις του. Ο Ανδρέας αγάπησε ακόμα περισσότερο τον άνθρωπο και ιδιαίτερα τον πονεμένο, τον κουρασμένο, τον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν σας κάνει εντύπωση ότι η διακυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου έδωσε λύσεις στην καθημερινότητα του πολίτη, έναν τομέα που αποτελεί ίσως τον κρισιμότερο για την πορεία μιας κυβέρνησης;
Με μεγάλο ενδιαφέρον αντιμετώπισε τα κοινωνικά προβλήματα κι έφθασε στο σημείο να μιλήσει για τα «τιμημένα γηρατειά». Συγκρίνετε τις πρόνοιες προς τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας και τους αναπήρους εκείνη την εποχή και σήμερα. Θα αντιληφθείτε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου συνειδητά έδωσε τον καλύτερό του εαυτό για να στηρίξει την κοινωνία.
Όσον αφορά στα εθνικά θέματα, τα προσέγγισε με άλλο πνεύμα. Πίστευε πως η Ορθοδοξία μπορεί να γίνει ένας ισχυρός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους λαούς των Βαλκανίων και δεν δίστασε να καταγγείλει την πολιτική του Βατικανού έναντι στα ορθόδοξα κράτη που προσπαθούσαν να ξαναζωντανέψουν μέσα από τις στάχτες τους. Τέλος, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο μόνος που τόλμησε να μιλήσει για τη Γενοκτονία των Ποντίων και του Μικρασιατικού Ελληνισμού γι’ αυτό και θεσπίστηκε η ημέρα τιμής και ιστορικής μνήμης των γεγονότων αυτών στη Βουλή κάθε 19 Μαΐου.
Ποια θα πρέπει να είναι η στάση που θα πρέπει να κρατήσει ο ιστορικός του μέλλοντος έναντι του Ανδρέα Παπανδρέου;
Όπως κάθε παιδί του Θεού, έτσι κι ο Ανδρέας δεν ήταν αλάνθαστος. Πιστεύω ακράδαντα όμως ότι διέθετε περισσότερα σωστά στοιχεία έναντι των όποιων λαθών του.
Ο ιστορικός του μέλλοντος πρέπει να κρίνει τον Ανδρέα Παπανδρέου σαν εθνικό ηγέτη, ο οποίος είχε την τόλμη να πει «βυθίσατε το Χόρα», να μελετήσει τους λόγους που τον οδήγησαν να κάνει το εμπάργκο έναντι των Σκοπίων αφού
εξάντλησε κάθε δίαυλο διαλόγου και τέλος να αναδείξει την αξία της φράσης «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Αυτή είναι μαρτυρία αγάπης απέναντι στο λαό και εγγύηση για την ενότητα της κοινωνίας, στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονται οι σημερινές ηγεσίες που δεν έχουν ρανίδα πατριωτικού και φιλολαϊκού αισθήματος στις καρδιές τους.
Δηλαδή δεν ακολούθησαν τα βήματά του, την πολιτική του και τις πεποιθήσεις του οι πολιτικοί επίγονοί του στο κόμμα και στην πολιτική, όπως λ.χ. ο κ. Κώστας Σημίτης;
Το λέω ανοικτά και με όλη την ευθύτητα που με διακρίνει: Όχι! Αν ζούσε σήμερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, οι περισσότεροι από τους πολιτικούς επιγόνους του θα είχαν εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή της χώρας.
Read more: http://www.newsbomb.gr/politikh/story/319777/timotheos-iliakis-i-agnosti-ptyhi-toy-andrea-papandreoy-pics---video#ixzz2X3VgTOAS 



 







Η Δήμητρα Λιάνη, δύο αρχιμανδρίτες κι ελάχιστος κόσμος πήγαν σήμερα στο Α' Νεκροταφείο για την επιμνημόσυνη δέηση - Αρνητικά σχόλια για την απουσία ηγετικών στελεχών και σοβαρές επικρίσεις των πολιτών για Γιώργο Παπανδρέου και Ευάγγελο Βενιζέλο
Ρεπορτάζ: Γιώργος Διαμαντάκης
Επιμέλεια: Λάμπρος Κατσαρός

Δύο εικόνες δείχνουν τη διαφορά της εποχής. Η πρώτη εικόνα έρχεται από εκείνη την ιστορική μετάδοση της ΕΡΤ όταν ο κ. Γιώργος Παπανδρέου έλεγε με όλη τη δύναμη της φωνής του: «Πατέρα έμαθες τα νέα;». Η επόμενη εικόνα δείχνει τι έγινε σήμερα το μεσημέρι όταν η Δήμητρα Παπανδρέου, οι αρχιμανδρίτες Θωμάς Συνοδινός και Τιμόθεος Ηλιάκης, αλλά και ελάχιστοι πολίτες βρέθηκαν στο Α' Νεκροταφείο να τιμήσουν τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και πρώην πρωθυπουργό.
Το κλίμα ήταν βαρύ. Όχι μόνο η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν έδωσε την παραμικρή σημασία για να τιμήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά ως αργά το μεσημέρι δεν είχε σταλεί η παραμικρή δήλωση. Όταν τελείωσαν οι τηλεφωνικές συνεννοήσεις του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου με τον πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά στάλθηκε από το γραφείο Τύπου μια λιτή ανακοίνωση ώστε να τηρηθούν τα προσχήματα αλλά και να σταματήσει η γκρίνια παλαιότερων στελεχών που δεν διανοούνταν πως μια μέρα όπως η σημερινή, το ΠΑΣΟΚ θα άφηνε μόνο στον επικεφαλής της Αριστερής Πρωτοβουλίας κ. Γιώργο Παναγιωτακόπουλο το προνόμιο να κάνει δήλωση για το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο κόσμος απόρησε ακόμα περισσότερο από την απουσία της οικογένειας Παπανδρέου. Πριν αρχίσει η κάμερα να γράφει, ένας κύριος πλησίασε τον ρεπόρτερ. «Καλά δεν θα έρθει εδώ τουλάχιστον ο Γιώργος Παπανδρέου; Γύρισε την πλάτη και στον πατέρα του;», δήλωσε και πρόσθεσε ότι ήταν ένας από τους οργανωμένους του ΠΑΣΟΚ στα Καμίνια που μπορεί να απογοητεύθηκε από «την πολιτική του Γιώργου» αλλά τον υποδέχθηκε πανηγυρικά όταν εμφανίσθηκε ξαφνικά στο τελευταίο συνέδριο. Κάποιοι άλλοι θα περίμεναν τον κ. Βενιζέλο στο Α' Νεκροταφείο ώστε να επιχειρήσει έστω και με αυτήν την κίνηση να πείσει την παραδοσιακή βάση του ΠΑΣΟΚ ότι τιμά τον κόσμο που το στήριξε και σ' αυτούς απευθύνεται. «Με την απουσία του ένα πράγμα πετυχαίνει. Μας δείχνει ότι ταυτίζεται με τον πολιτικό αυταρχισμό της «Πολιτικής Άνοιξης» και μας δείχνει το δρόμο προς το ΣΥΡΙΖΑ», δήλωσε μια άλλη κυρία. Όταν της είπαμε να κάνει αυτή τη δήλωση στην κάμερα, στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα, σκέφτηκε κι απάντησε: «Όταν θα γίνουν εκλογές έλα να σου πω ό,τι θέλεις. Θα 'ναι πρωθυπουργός ο Τσίπρας. Τώρα έχει σκληρή Δεξιά, πιο σκληρή κι από '60. Δεν θέλω τραβήγματα. Αυτοί μέχρι και την ΕΡΤ κλείσανε για να ελέγχουν ό,τι λέγεται».
Ευθύνη του Γιώργου και του Βενιζέλου
Ο αρχιμανδρίτης κ. Τιμόθεος Ηλιάκης δεν είχε δισταγμούς. Όταν τον ρωτήσαμε αν δεν έφευγε τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου πώς θα ήταν τα πράγματα, απάντησε: «Αν ζούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν θα φτάναμε ως εδώ και αφετέρου θα μας σέβονταν στην Ευρώπη γιατί ο Παπανδρέου ήξερε να τους αντιμετωπίζει ίσος προς ίσον και όχι όπως κάνουν οι σημερινοί κυβερνώντες αλλά και οι χθεσινοί».
Δεν δίστασε να καυτηριάσει και την αποχή των στελεχών του ΠΑΣΟΚ λέγοντας ότι «είναι μεγάλη ευθύνη του ΠΑΣΟΚ για την εικόνα που παρουσιάζει η σημερινή εκδήλωση. Πρώτα του γιου του και μετά του Βενιζέλου».
Πιο δίπλα ήταν η κ. Δήμητρα Παπανδρέου, η οποία δήλωσε στο "Newsbomb.gr": «Πέρασαν 17 χρόνια και πραγματικά δεν ξέρω αν ξημέρωσε εκείνη η μέρα. Δεν ξημερώνει αν δύει για πάντα ο ήλιος. Πάνω απ' όλα είμαι γυναίκα του και έχω το προνόμιο να μοιράζομαι και να ξαναζώ τέτοιες ιδιαίτερες στιγμές μαζί του. Αλλά δεν είναι μόνο ο δικός μου ο ήλιος. Άνθρωποι σαν τον Ανδρέα είναι προορισμένοι να ζουν στις καρδιές πολλών ανθρώπων σε μια δίχως τέλος ιστορική διαδρομή. Σε μία τέτοια που θα κληθούμε να βαδίσουμε σύντομα σηκώνοντας τη σημαία του αγώνα ψηλά όπως εκείνος όρισε για εμάς». 




Τι λένε οι πολίτες
Όταν κατέκτησε την εξουσία, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ είπε ότι σύναψε συμβόλαιο με το λαό. Αυτό το συμβόλαιο το τιμούν ακόμα όσοι τον θυμούνται και τον έχουν ακόμα στην καρδιά τους. «Ο Ανδρέας τα έδινε όλα για τον λαό. Τώρα αυτοί εδώ τα παίρνουν από τον λαό. Μέχρι και το πιτσιρίκι είχε χρήμα» τόνισε ένας πολίτης ενώ ένας άλλος σχολίασε τον γιό του λέγοντας: «Ο Ανδρέας ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ ο γιος του το χάλασε».
Ενδιαφέρον είχε και η δήλωση μίας άλλης κυρίας που έπλεξε το εγκώμιο του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. «Ειδικά αν θα ήταν μαζί με τον Χριστόδουλο σήμερα θα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Δύο ηγετικές φυσιογνωμίες. Τον γιο του μην σου πω που θα τον έστελνα», είπε. 







Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ : Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ΤΟ ΓΛΥΚΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΗΡΥΓΜΑ





ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ Διδαχή Α'
 Ἡ Ἁγία Τριάς
Τὸ γλυκὺ τῆς Ὀρθοδοξίας κήρυγμα
Πρέπον καὶ εὔλογον εἶνε, χριστιανοί μου, καθὼς μανθάνομεν ἀπὸ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον καὶ ἀπὸ τὰς θείας Γραφάς, ν᾿ ἀρχίζωμεν τὴν διδασκαλίαν μας ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ὅταν τελειώσωμεν, νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν· ὄχι πὼς εἶμαι ἄξιος ν᾿ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου, ἀλλὰ ὁ Θεὸς καταδέχεται διὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν του.


Ἀφήνομεν λοιπόν, ἀδελφοί μου, τὰς φλυαρίας τῶν ἀσεβῶν, τῶν αἱρετικῶν, τῶν ἀθέων, καὶ λέγομεν μόνον ὅσα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐφώτισε τοὺς ἁγίους Προφήτας, Ἀποστόλους καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μᾶς ἔγραψαν, καὶ πάλιν ὄχι ὅλα νὰ τὰ εἰποῦμεν, διότι δὲν εἶνε δυνατόν· θέλομεν χρόνους καὶ καιρούς· ἀλλὰ μερικὰ ὁποὺ φαίνονται ἀναγκαιότερα· καὶ ὅστις εἶνε φιλομαθής, ἂς ζητήση νὰ μάθη καὶ τὰ ἐπίλοιπα. Ὁ πανάγαθος λοιπόν, ἀδελφοί μου, καὶ πολυέλεος Θεὸς εἶνε ἕνας, καὶ ὅποιος λέγει ὅτι εἶνε πολλοὶ θεοί, εἶνε διάβολος. Εἶνε δὲ καὶ Τριάς, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα· μία φύσις, μία δόξα, μία βασιλεία, ἕνας Θεός. Εἶνε δὲ ἀκατάληπτος, Κύριος ἀνερμήνευτος, παντοδύναμος, ὅλος φῶς, ὅλος χαρά, ὅλος εὐσπλαγχνία, ὅλος ἀγάπη. Δὲν ἔχομεν κανένα παράδειγμα νὰ παρομοιάσωμεν τὴν Ἁγία Τριάδα, ἐπειδὴ καὶ δὲν εὑρίσκεται ἄλλο εἰς τὸν κόσμον. Μὰ διὰ νὰ λάβη παραμικρὴν βοήθειαν ὁ νοῦς μας, φέρνουν μερικὰ παραδείγματα οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας. Σιμὰ εἰς τὰ ἄλλα μᾶς φέρνουν καὶ τὸν ἥλιον. Ὁ ἥλιος ἠξεύρομεν ὅλοι πὼς εἶνε ἕνας, ἕνας εἶνε καὶ ὁ Θεός· καὶ καθὼς ὁ ἥλιος φωτίζει τοῦτον τὸν κόσμον τὸν αἰσθητόν, οὕτω καὶ ἡ Ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, φωτίζει τὸν νοητόν. Εἴπομεν, ἀδελφοί μου, πῶς ὁ ἥλιος εἶνε ἕνας, μὰ εἶνε καὶ τρία μαζί· ἔχει ἀκτίνας, ὁποὺ ἔρχονται εἰς τὰ ὄμματά μας ὡσὰν γραμμαί, ὡσὰν κλωσταί· ἔχει καὶ φῶς, ὅπου ἐξαπλώνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Μὲ τὸν ἥλιον ὁμοιάζομεν τὸν ἄναρχον Πατέρα, μὲ τὰς ἀκτίνας τὸν συνάναρχον Υἱόν, καὶ μὲ τὸ φῶς τὸ ὁμοούσιον Πνεῦμα. Εἶνε καὶ ἄλλος τρόπος νὰ καταλάβετε τὴν Παναγίαν Τριάδα. Πῶς; Νὰ ἐξομολογηθῆτε καθαρά, νὰ μεταλάβετε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια μὲ φόβον καὶ μὲ εὐλάβειαν, καὶ τότε θὰ σᾶς φωτίση ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νὰ καταλάβετε καλύτερα.

Αὐτὴν τὴν Παναγίαν Τριάδα ἡμεῖς οἱ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ δοξάζομεν καὶ προσκυνοῦμεν· αὐτὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τριάδα ὅσοι λέγονται θεοὶ εἶνε δαίμονες. Καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς πιστεύομεν, δοξάζομεν, προσκυνοῦμεν τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἀλλὰ ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, Προφῆται, Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ἀσκηταὶ ἔχυσαν τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἠγόρασαν τὸν παράδεισον καὶ χαίρονται πάντοτε (19). Ὁμοίως ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἠρνήθησαν τὸν κόσμον, ἐπῆγαν εἰς τὰς ἐρήμους καὶ ἀσκήτευον εἰς ὅλην των τὴν ζωήν, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν παράδεισον. Ἐπίσης ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἔζησαν μέσα εἰς τὸν κόσμον μὲ σωφροσύνην καὶ παρθενίαν, μὲ νηστείας, προσευχάς, ἐλεημοσύνας, μὲ ἔργα καλά, καὶ ἐπέρασαν καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαίρωνται πάντοτε.

Ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ
Δὲν εὑρίσκεται τόπος ὁποὺ νὰ λείπη ὁ Θεός. Πρέπει καὶ ἡμεῖς οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί, ὅταν θέλωμεν νὰ κάμωμεν καμμίαν ἁμαρτίαν, νὰ στοχαζώμεθα ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας, εἶνε πανταχοῦ παρὼν καὶ μᾶς βλέπει· νὰ ἐντρεπώμεθα τοὺς Ἀγγέλους, τοὺς Ἁγίους, καὶ μάλιστα τὸν ἄγγελον, τὸν φύλακα τῆς ψυχῆς μας, ὁποὺ μᾶς βλέπει. Ἀπὸ ἕνα μικρὸν παιδίον ἐντρεπόμεθα, ὅταν θὰ κάμωμεν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ πῶς νὰ μὴν ἐντρεπώμεθα ἀπὸ τόσους Ἁγίους καὶ Ἀγγέλους;


Ἀγαπᾶτε τὸν Θεόν
Ὁ πανάγαθος καὶ πολυέλεος Θεός, ἀδελφοί μου, ἔχει πολλὰ καὶ διάφορα ὀνόματα· λέγεται καὶ φῶς, καὶ ζωή, καὶ ἀνάστασις. Ὅμως τὸ κύριον ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας εἶνε καὶ λέγεται ἀγάπη. Πρέπει ἡμεῖς, ἀνίσως καὶ θέλωμεν νὰ περάσωμεν καὶ ἐδῶ καλά, νὰ πηγαίνωμεν καὶ εἰς τὸν παράδεισον, καὶ νὰ λέγωμεν τὸν Θεόν μας ἀγάπην καὶ πατέρα, πρέπει νὰ ἔχωμεν δυὸ ἀγάπας· ἀγάπην εἰς τὸν Θεόν μας, καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς μας. Φυσικόν μας εἶνε νὰ ἔχωμεν αὐτὰς τὰς δυὸ ἀγάπας· παρὰ φύσιν εἶνε νὰ μὴ τὰς ἔχωμεν. Καὶ καθὼς ἕνα χελιδόνι χρειάζεται δυὸ πτερούγας διὰ νὰ πετᾶ εἰς τὸν ἀέρα, οὕτω καὶ ἡμεῖς χρειαζόμεθα αὐτὰς τὰς δυὸ ἀγάπας, διότι χωρὶς αὐτῶν εἶνε ἀδύνατον νὰ σωθῶμεν. Καὶ πρῶτον ἔχομεν χρέος νὰ ἀγαπῶμεν τὸν Θεόν μας, διότι μας ἐχάρισε τόσην γῆν μεγάλην ἐδῶ νὰ κατοικῶμεν πρόσκαιρα, τόσες χιλιάδες φυτά, βρύσες, ποταμούς, θάλασσας, ἀέρα, ἡμέραν, νύκτα, οὐρανόν, ἥλιον κ.λπ. Ὅλα αὐτὰ διὰ ποῖον τὰ ἔκαμεν, εἰμὴ δι᾿ ἡμᾶς; Τί μᾶς ἐχρεώστει; Τίποτε. Ὅλα χάρισμα· μᾶς ἔκαμεν ἀνθρώπους, δὲν μᾶς ἔκαμε ζῶα· μᾶς ἔκαμεν εὐσεβεῖς ὀρθοδόξους χριστιανούς, καὶ ὄχι ἀσεβεῖς αἱρετικούς· ἂν καὶ ἁμαρτάνωμεν χιλιάδες φορὲς τὴν ὥραν, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὡσὰν πατέρας καὶ δὲν μᾶς θανατώνει νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν κόλασιν, ἀλλὰ περιμένει τὴν μετάνοιάν μας μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοικτάς, πότε νὰ μετανοήσωμεν, νὰ παύσωμεν ἀπὸ τὰ κακά, καὶ νὰ κάμωμεν τὰ καλά, νὰ ἐξομολογηθῶμεν, νὰ διορθωθῶμεν, νὰ μᾶς ἐναγκαλισθῆ, νὰ μᾶς βάλη εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαιρώμεθα πάντοτε.


Τώρα λοιπὸν τοιοῦτον γλυκύτατον Θεὸν καὶ Δεσπότην δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ τὸν ἀγαπῶμεν, καὶ ἂν τύχη ἀνάγκη, νὰ χύσωμεν καὶ τὸ αἷμα μας χιλιάδες φορὲς διὰ τὴν ἀγάπην του, καθὼς τὸ ἔχυσε καὶ Ἐκεῖνος διὰ τὴν ἀγάπην μας; Ἕνας ἄνθρωπος σὲ κράζει εἰς τὸν οἶκον του καὶ θέλει νὰ σὲ φιλεύση ἕνα ποτήρι κρασί, καὶ πάντοτε εἰς ὅλην σου τὴν ζωὴν θὲ νὰ τὸν ἐντρέπεσαι καὶ τὸν τιμᾶς· καὶ τὸν Θεὸν δὲν πρέπει νὰ τιμᾶς καὶ νὰ ἐντρέπεσαι, ὁποὺ σοῦ ἐχάρισε τόσα καλὰ καὶ ἐσταυρώθηκε διὰ τὴν ἀγάπην σου; Ποῖος πατέρας ἐσταυρώθηκε διὰ τὰ παιδιά του καμμίαν φοράν; Καὶ ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμά του καὶ μᾶς ἐξηγόρασεν ἀπὸ τὰς χείρας τοῦ διαβόλου. Τώρα δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἀγαπῶμεν τὸν Χριστόν μας; Ἡμεῖς ὄχι μόνον δὲν τὸν ἀγαπῶμεν, ἀλλὰ τὸν ὑβρίζομεν καθ᾿ ἡμέραν μὲ τὰς ἁμαρτίας ὁποὺ κάμνομεν. Ἀμὴ ποίον θέλετε νὰ ἀγαπῶμεν, ἀδελφοί μου; Νὰ ἀγαπῶμεν τὸν διάβολον, ὁποὺ μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν παράδεισον καὶ μᾶς ἔφερεν εἰς τὸν κατηραμένον τοῦτον κόσμον καὶ παθαίνομεν τόσα κακά; Καὶ ἔχει προαίρεσιν ὁ διάβολος, ἂν ἠδύνατο αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ μᾶς θανατώση ὅλους καὶ νὰ μᾶς βάλη εἰς τὴν κόλασιν, τὸ ἔκαμνε. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, ἀδελφοί μου, νὰ μοῦ εἰπῆτε ποίον πρέπει, νὰ μισοῦμεν τὸν διάβολον, τὸν ἐχθρόν μας, ἢ ν᾿ ἀγαπῶμεν τὸν Θεόν μας, τὸν ποιητήν μας, τὸν πλάστην μας; - Ναί, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. - Πολὺ καλὰ τὸ λέγετε, νὰ ἔχω τὴν εὐχὴν σας, καὶ ἐγὼ τὸ λέγω, μὰ καὶ ὁ Θεὸς χρειάζεται στρῶμα διὰ νὰ καθίση· ποίον δὲ εἶνε; Ἡ ἀγάπη. Ἂς ἔχωμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀγάπην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, καὶ τότε ἔρχεται ὁ Θεός μας καὶ μᾶς χαροποιεῖ, καὶ μᾶς φυτεύει εἰς τὴν καρδίαν μας τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ περνοῦμεν καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ πηγαίνομεν καὶ εἰς τὸν παράδεισον νὰ εὐφραινώμεθα πάντοτε.


Ἀγαπᾶτε τὸν πλησίον
Ἡμεῖς ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν τὴν ἀγάπην, ἀλλὰ ἔχομεν τὸ μίσος καὶ τὴν ἔχθραν εἰς τὴν καρδίαν μας καὶ μισοῦμεν τοὺς ἀδελφούς μας· ἔρχεται ὁ πονηρὸς διάβολος καὶ μᾶς πικραίνει καὶ βάνει τὸν θάνατον εἰς τὴν ψυχήν μας καὶ περνοῦμεν καὶ ἐδῶ κακά, καὶ πηγαίνομεν εἰς τὴν κόλασιν καὶ καιόμεθα πάντοτε.
Φυσικόν μας εἶνε ν᾿ ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς μας· διότι εἴμεθα μιᾶς φύσεως, ἔχομεν ἕνα βάπτισμα, μίαν πίστιν, τὰ Ἄχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ἕνα παράδεισον ἐλπίζομεν ν᾿ ἀπολαύσωμεν. Καλότυχος ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ ἀξιώθηκε καὶ ἔλαβεν εἰς τὴν καρδίαν του αὐτὰς τὰς δυὸ ἀγάπας, εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς του. Διότι ὅποιος ἔχει τὸν Θεὸν εἰς τὴν καρδίαν του, ἔχει πάντα τὰ ἀγαθά, καὶ ἁμαρτίαν δὲν ὑποφέρει νὰ κάμη· καὶ ὅστις δὲν ἔχει τὸν Θεὸν εἰς τὴν καρδίαν, ἔχει τὸν διάβολον, καὶ κάμνει πάντα τὰ κακὰ καὶ ὅλας τὰς ἁμαρτίας. Χίλιας χιλιάδας καλὰ νὰ κάμνωμεν, ἀδελφοί μου, νηστείας, προσευχάς, ἐλεημοσύνας, καὶ τὸ αἷμα μας νὰ χύσωμεν διὰ τὸν Χριστόν μας, καὶ δὲν ἔχωμεν αὐτὰς τὰς δυὸ ἀγάπας, ἀλλὰ ἔχωμεν τὸ μίσος καὶ τὴν ἔχθραν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλὰ ὁποὺ ἐκάμαμεν εἶνε τοῦ διαβόλου καὶ εἰς τὴν κόλασιν πηγαίνομεν. Μὰ καλὰ, λέγετε, ἐκεῖ μὲ ἐκείνην τὴν ὀλίγην ἔχθραν ὁποὺ ἔχομεν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, ἔχοντας τόσα καλὰ καμωμένα, εἰς τὴν κόλασιν πηγαίνομεν; Ναί, ἀδελφοί μου, διότι ἐκείνη ἡ ἔχθρα εἶνε φαρμάκι τοῦ διαβόλου· καὶ καθὼς βάνομεν μέσα εἰς ἑκατὸν ὀκάδας ἀλεύρι ὀλίγον προζύμι, καὶ ἔχει τόσην δύναμιν καὶ ἀνακουφίζει ὅσον ζυμάρι καὶ ἂν εἶνε, ἔτσι εἶνε καὶ ἡ ἔχθρα· ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλὰ ὁποὺ ἐκάμαμεν, τὰ γυρίζει καὶ τὰ κάμνει φαρμάκι τοῦ διαβόλου (20). 


Ἐδῶ, χριστιανοί μου, πῶς πηγαίνετε; Ἔχετε τὴν ἀγάπην ἀνάμεσόν σας; Ἀνίσως καὶ θέλετε νὰ σωθῆτε, κανένα ἄλλο πράγμα νὰ μὴ ζητήσετε ἐδῶ εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν ἀγάπην. Εἶνε ἐδῶ κανένας ἀπὸ τὴν εὐγένιάν σας ὁποὺ νὰ ἔχη αὐτὴν τὴν ἀγάπην εἰς τοὺς ἀδελφούς του; Ἂς σηκωθῆ ἐπάνω νὰ μοῦ τὸ εἰπῆ, νὰ τὸν εὐχηθῶ καὶ ἐγώ, νὰ βάνω καὶ τοὺς χριστιανοὺς νὰ τὸν συγχωρήσωσι, νὰ λάβη μίαν συγχώρησιν, ὁποὺ νὰ ἔδινεν χιλιάδες φλωρία δὲν τὴν εὕρισκεν. -Ἐγώ, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἀγαπῶ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀδελφούς μου. -Καλά, παιδί μου, ἔχε τὴν εὐχήν. Πῶς σὲ λέγουν τὸ ὄνομά σου; -Κωστα. -Τί τέχνη κάμνεις; -Πρόβατα φυλάγω. -Τὸ τυρὶ ὅταν τὸ πωλῆς τὸ ζυγιάζεις; -Τὸ ζυγιάζω. 



-Ἐσύ, παιδί μου, ἔμαθες νὰ ζυγιάζης τὸ τυρί, καὶ ἐγὼ νὰ ζυγιάζω τὴν ἀγάπην. Τὸ ζύγι ἐντρέπεται τὸν αὐθέντην του; -Ὄχι. -Τώρα νὰ ζυγιάσω καὶ ἐγὼ τὴν ἀγάπην σου, καὶ ἂν εἶνε σωστὴ καὶ δὲν εἶνε ξύγκικη, τότε νὰ σὲ εὐχηθῶ καὶ ἐγώ, νὰ βάλω καὶ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ σὲ συγχωρήσωσι. Πῶς νὰ σὲ καταλάβω, παιδί μου, πῶς ἀγαπᾶς τοὺς ἀδελφούς σου; Ἐγὼ τώρα ἐδῶ ὁποὺ περιπατῶ καὶ διδάσκω εἰς τὸν κόσμον, λέγω πὼς τὸν κὺρ - Κωστα τὸν ἀγαπῶ ὡσὰ τὰ μάτια μου· μὰ ἐσὺ δὲν τὸ πιστεύεις· θέλεις νὰ μὲ δοκιμάσῃς πρῶτον, καὶ τότε νὰ μὲ πιστεύσῃς. Ἐγὼ ἔχω ψωμὶ νὰ φάγω, ἐσὺ δὲν ἔχεις· ἀνίσως καὶ σοῦ δώσω κομμάτι καὶ σέ, ὁποὺ δὲν ἔχεις, τότε φανερώνω πὼς σὲ ἀγαπῶ. Ἀμὴ ἐγὼ νὰ φάγω ὅλο τὸ ψωμὶ καὶ ἐσὺ νὰ πεινᾶς, τί φανερώνω; Πὼς ἡ ἀγάπη ὁποὺ ἔχω εἰς σὲ εἶνε ψεύτικη. Ἔχω δυὸ ποτήρια κρασὶ νὰ πίω, ἐσὺ δὲν ἔχεις· ἀνίσως καὶ δώσω καὶ σὲ ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ πίης, τότε φανερώνω πὼς σὲ ἀγαπῶ. Ἀμὴ ἀνίσως καὶ δὲν σοῦ δώσω, εἶνε κάλπικη ἡ ἀγάπη. Εἶσαι λυπημένος· ἀπέθανεν ἡ μήτηρ σου, ὁ πατήρ σου· ἀνίσως καὶ ἔλθω νὰ σὲ παρηγορήσω, τότε εἶνε ἀληθινὴ ἡ ἀγάπη μου. Ἀμὴ ἀνίσως σὺ κλαίης καὶ θρηνῆς καὶ ἐγὼ τρώγω, πίνω καὶ χορεύω, ψεύτικη εἶνε ἡ ἀγάπη μου. Τὸ ἀγαπᾶς ἐκεῖνο τὸ φτωχὸ παιδί; -Τὸ ἀγαπῶ. -Ἂν τὸ ἠγάπας, τοῦ ἔπαιρνες ἕνα ὑποκάμισο ὁποὺ εἶνε γυμνό, νὰ παρακαλῆ καὶ ἐκεῖνο διὰ τὴν ψυχήν σου. Δὲν εἶνε ἔτσι, χριστιανοί μου; Μὲ ψεύτικην ἀγάπην δὲν πηγαίνομεν εἰς τὸν παράδεισον. Τώρα σὰν θέλης νὰ κάμης τὴν ἀγάπην μάλαμα, πάρε καὶ ἔνδυσε τὰ φτωχὰ παιδιά, καὶ τότε νὰ βάλω νὰ σὲ συγχωρήσωσι. Τὸ κάμνεις τοῦτο; Τὸ κάμνω. Χριστιανοί μου, ὁ Κωστας ἐκατάλαβε, πὼς ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχεν ἕως τώρα ἦτο ψεύτικη, καὶ θέλει νὰ τὴν κάμη μάλαμα, νὰ ἐνδύση τὰ πτωχὰ παιδιά. Ἐπειδὴ καὶ τὸν ἐπαιδεύσαμεν, σᾶς παρακαλῶ νὰ εἰπῆτε διὰ τὸν κὺρ Κωστα τρεῖς φοράς: Ὁ Θεὸς συγχωρῆσοι καὶ ἐλεῆσοι αὐτόν.  


Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Η Παναγία το Άξιον Εστί - Ιστορικό της ιεράς εικόνος


 ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ



Η Παναγία το Άξιον Εστί

Το παρακάτω ιστορικό γράφηκε ως υπόμνημα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ τον Θυηπόλο το 1548 ο οποίος υπήρξε και Πρώτος του Αγίου Όρους και διέσωσε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Στη Σκήτη του Πρωτάτου, που βρίσκεται στις Καρυές του Αγ. Όρους - στην αριστερή όχθη του χειμάρρου του Λιβαδογένη, κάτω από τη ρωσική Σκήτη του Αγ. Ανδρέα - εκεί κοντά στην τοποθεσία της Ι. Μονής Παντοκράτορος, είναι ένας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος που έχει διάφορα κελιά.
  

Σε ένα από αυτά τα κελιά που ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κατοικούσε ένας ενάρετος Ιερομόναχος γέροντας με τον υποτακτικό του. Κατά το βράδυ ενός Σαββάτου θέλοντας ο Γέροντας να πάει στην αγρυπνία στη μονή λέει στον υποτακτικό:
- Εγώ Τέκνο μου θα πάω να ακούσω την αγρυπνία ως συνήθως. Εσύ μείνε στο κελί και ανάγνωσε την ακολουθία σου. Και έτσι έφυγε.
Αφού ήρθε το βράδυ, ακούει ο υποτακτικός να χτυπάει κάποιος την πόρτα του κελιού. Πήγε, την άνοιξε και βλέπει κάποιον ξένο και άγνωστο μοναχό, ο οποίος αφού παρακάλεσε, μπήκε και έμεινε εκείνη τη βραδιά στο κελί.
Την ώρα του όρθρου σηκώθηκαν και έψαλλαν και οι δύο την ακολουθία. Όταν όμως ήλθαν στην Τιμιωτέραν των Χερουβείμ, ο υποτακτικός έψαλλε ως τέλους τον ύμνο, ενώ ο ξένος μοναχός στάθηκε μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου και με περισσή ευλάβεια και φόβο κάνοντας άλλη αρχή του ύμνου τον έψαλλε ως εξής: «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών». Και μετά επισύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.
Όταν άκουσε αυτό ο υποτακτικός ενθουσιάστηκε αφ' ενός για το νέο ύμνο, αφετέρου για την κατά κάποιο τρόπο Αγγελοειδή φωνή και ουράνιο μελωδία που άκουσε και λέει προς τον ξένο μοναχό:
- Εμείς μόνο την Τιμιωτέρα ψάλλουμε, το Άξιον Εστίν, δεν το έχουμε ακούσει ποτέ, ούτε εμείς αλλά ούτε και οι πρωτύτεροι από μας. Αλλά σε παρακαλώ, κάνε αγάπη και γράψε σε μένα τον ύμνο αυτό για να τον ψάλλω και γώ στην Θεοτόκο.
- Φέρε μου μελάνι και χαρτί για να γράψω τον ύμνο, του είπε ο ξένος μοναχός.
- Δεν έχω ούτε μελάνι, ούτε χαρτί ,είπε ο υποτακτικός. Τότε ο ξένος μοναχός είπε:
- Φέρε μου μια πλάκα.
  

Ο υποτακτικός πήγε τότε και έφερε (μάλιστα λέγεται ότι η πλάκα αυτή ήταν από το δάπεδο του ναού κάτι που είναι πολύ πιθανόν). Την πήρε λοιπόν ο ξένος, και έγραψε πάνω σ' αυτήν με το δάκτυλο του τον παραπάνω ύμνο, το Άξιον Εστίν. Κι ώ του θαύματος!!! Τα γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιά πάνω στην σκληρή πλάκα σαν να γράφτηκαν σε μαλακό πηλό.
Και ποιος να περιγράψει την έκπληξη του υποτακτικού που βρέθηκε μπροστά σ' αυτό το εξαίσιο γεγονός, ο οποίος δίκαια στάθηκε εμβρόντητος και παράλαβε την πλάκα από τον ξένο. Μετά είπε ο ξένος στον υποτακτικό:
- Από σήμερα και στο εξής έτσι να ψάλλετε αυτό τον ύμνο και εσείς, αλλά και όλοι οι Ορθόδοξοι στην Κυρία ημών Θεοτόκο. Και μετά εξαφανίστηκε. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, απεσταλμένος από το Θεό, για να αποκαλύψει τον αγγελικό αυτό ύμνο στην ανθρωπότητα.
Ο υποτακτικός μοναχός δοκιμάζοντας έκπληξη στην έκπληξη και χαρά στην χαρά, προσκύνησε τον τόπο όπου στάθηκε ο Άγγελος και ξεφώνησε: «Νυν είδα αληθώς ότι εξαπέστειλε Κύριος τον Άγγελο Αυτού» και ατενίζοντας την εικόνα της Θεοτόκου «Δεδοξασμένα ελλαλήθη περί σού η πόλις του Θεού, Δέσποινα μου Μαρία».
  

Αφού επέστρεψε και ο Γέροντας από την αγρυπνία στο κελί, άρχισε ο υποτακτικός να του διηγείται τα συμβαίνοντα και να του ψάλλει το Άξιον Εστίν, όπως του παρήγγειλε ο Άγγελος και στη συνέχεια του έδειξε και την πλάκα με τα αγγελοχάρακτα γράμματα. Ο Γέροντας ακούγοντας και βλέποντας όλα αυτά, έμεινε εκστατικός απέναντι στο θαύμα αυτό.
Πήραν και οι δύο την αγγελοχάρακτη πλάκα και πήγαν στο Πρωτάτο. Την έδειξαν στον Πρώτο αλλά και στους Γέροντες της Κοινής Σύναξης και τους διηγήθηκαν όλα τα γενόμενα. Αυτοί δόξασαν το Θεό και ευχαρίστησαν τη Κυρία Θεοτόκο για το εξαίσιο αυτό Θαύμα. Αμέσως έστειλαν την πλάκα στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα αφού τους έγραψαν και γράμματα που εξιστορούσαν όλη την υπόθεση του γεγονότος. 


Από τότε και μετά ο Αγγελικός αυτός ύμνος διαδόθηκε σε όλη την Οικουμένη και ψάλλεται στη Θεομήτορα από όλους τους Ορθοδόξους.  Η δε εικόνα της Θεοτόκου που βρισκόταν στην Εκκλησία του κελιού στο οποίο έγινε αυτό το Θαύμα, με κοινή απόφαση των Πατέρων αποφασίσθηκε να μεταφερθεί στο Ιερό Βήμα του Πρωτάτου. Έτσι αφού συνήχθησαν πολλοί Πατέρες, έκαναν μια μεγαλειώδη λιτανεία (κρατώντας κεριά, προσφέροντας θυμιάματα, και θείους ύμνους) όπως άρμοζε στην περίπτωση και αφού πήγαν στο κελί όπου είχε λάβει χώρα το Θαύμα προσκύνησαν την εν λόγω Ιερά Εικόνα της Θεομήτορος. Στη συνέχεια την λιτάνευσαν προς την Εκκλησία του Πρωτάτου. Όταν έφθασαν στον Ναό την απέθεσαν στον κυρίως Ιερό Ναό και στη συνέχεια τέλεσαν αγρυπνία εις δόξα και τιμή της Θεομήτορος και του Υπηρέτη Αυτής Μεγίστου Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Μετά αφού την έλαβαν σαν τίμιο αγίασμα, χρυσοπορφύρωτο κιβωτό και τιμαλφέστατο θησαυρό, με την δέουσα τιμή και ευλάβεια την εισήγαγαν στο Ιερό Βήμα σύμφωνα με την προσυμφωνηθείσα απόφαση και την ενθρόνισαν στο Ιερό σύνθρονο του Αγίου Βήματος πίσω από την Αγια Τράπεζα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, σαν σε θρόνο βασιλικό.
Από τότε η Ιερά αυτή Εικόνα πήρε την ονομασία του αγγελικού ύμνου «Άξιον Εστίν», επειδή μπροστά στην εικόνα αυτή ψάλθηκε για πρώτη φορά από τον Άγγελο ο ύμνος αυτός. Το κελί πήρε την επωνυμία «Άξιον Εστί» ενώ ο λάκκος (η τοποθεσία) που βρίσκεται το κελί ονομάζεται από όλους μέχρι σήμερα «Άδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), επειδή εκεί για πρώτη φορά ψάλθηκε ο αγγελικός αυτός ύμνος.
  


Το θαύμα αυτό είναι παλαιό και έγινε το 980 μ.Χ. επί της Βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων που ονομαζόντουσαν και Πορφυρογέννητοι, υιών του Ρωμανού του νέου και επί πατριαρχίας Νικολάου του Χρυσοβέργου. Η παραπάνω εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου καλουμένης «Αξιον Εστίν» κατασκευάσθηκε στους χρόνους της εικονομαχίας. Γενικά η όλη τεχνοτροπία της εικόνας είναι αυστηρά βυζαντινή και η όψη της επιβλητική, με γλυκεία σοβαρότητα, γνώρισμα πολλών παλαιών εικόνων. Κατά το έτος 1836 το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας σκεπάσθηκε με λιθοστόλιστο αργυροχρυσωμένο κάλυμμα, θαυμαστής Αγιορείτικης τέχνης (υποκάμισο) .