Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Μαρωνείας Τιμόθεος

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Μαρωνείας Τιμόθεος
Η στάση του Ιεράρχου στην εφαρμογή της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 
Γράφει ο θεολόγος, εκκλησιαστικός ιστορικός και νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς



Ο περισπούδαστος αοίδιμος μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος Ματθαιάκης (1954 – 1974), έπειτα Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974 – 1992), υπήρξε ο αυστηρός και υποδειγματικός τηρητής της πατριαρχικής και συνοδικής πράξεως του 1928 περί των λεγομένων νέων χωρών. Ο ιεράρχης αυτός του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε πολλές περιπτώσεις αμφισβητήσεως των κανονικών εκκλησιαστικών δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την ελλαδική εκκλησία αναφορικά με τις πατριαρχικές επαρχίες των νέων χωρών ή άλλως της Βορείου Ελλάδος (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, Νήσων και Αρχιπελάγους), εστάθη στο ύψος των περιστάσεων και εφάρμοσε το κανονικό δίκαιο και τους όρους της πατριαρχικής πράξεως του 1928.
Τούτο θα καταδείξουμε στο παρόν άρθρο μας, το οποίο βασίζεται στα αδιάψευστα γραπτά τεκμήρια που σώζονται και φυλάσσονται στο αρχείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και φέρουν την υπογραφή του μακαριστού και αλησμόνητου μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου. 


Πρώτη απόδειξη της αφοσιώσεως του μητροπολίτου Τιμοθέου προς το Πατραρχείο
Η πρώτη απόδειξη της αφοσιώσεως του μητροπολίτου Τιμοθέου προς την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως αναφέρεται στην εφαρμογή του Η’ όρου της πατριαρχικής και συνοδικής πράξεως του 1928, ο οποίος ορίζει ότι: «Δια της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος οι αρχιερείς των πατριαρχικών επαρχιών αποστέλλουσιν ωσαύτως κατ’ έτος προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην αντίγραφον των προς την Ιεράν Σύνοδον της Ελλάδος τακτικών ετησίων εκθέσεων αυτών περί της εν ταις επαρχίαις αυτών εκκλησιαστικής καταστάσεως».
Ο μητροπολίτης Τιμόθεος σε πολλές περιπτώσεις ετήρησε τον όρο αυτό της πατριαρχικής πράξεως και συγκεκριμένα απέστειλε «εκθέσεις πεπραγμένων» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά τα έτη 1954 – 1956, 1970 και 1971, ενώ είχε συχνά δι’ αλληλογραφίας επικοινωνία για φλέγοντα εκκλησιαστικά ζητήματα με το Φανάρι και κυρίως κατά την περίοδο που ήταν αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο Ιερώνυμος (1967 – 1973), ο οποίος, ως γνωστόν, εμφορούμενος από τις απόψεις του Κοραή και του βαυαρόπληκτου αρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Φαρμακίδη προσπάθησε κατά την περίοδο της χούντας στην Ελλάδα να μειώσει την θέση και το κύρος του Πατριαρχείου αναφορικά με τα απαράγραπτα δίκαια του Φαναρίου επί των πατριαρχικών επαρχιών του στην βόρεια Ελλάδα. Το αποτέλεσμα; Απέτυχε παταγωδώς. Σε εκείνη λοιπόν την κρίσιμη περίοδο ο μητροπολίτης Τιμόθεος απέστειλε δύο επιστολές στον αοίδιμο πατριάρχη Αθηναγόρα του Α’ (1948 – 1972) με ημερομηνία 25-11-1971 και 17-1-1972 και μια επιστολή στον μακαριστό πατριάρχη Δημήτριο τον Α’ (1972 – 1991) με ημερομηνία 28-2-1973.
Στα έγγραφα εκείνα του Τιμοθέου φαίνεται ξεκάθαρα και χωρίς ασάφειες η αφοσίωση και πίστη του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που συνεχώς εδέχετο τις προκλήσεις του εχθρικού Ιερωνύμου Κοτσώνη, στον οποίο ο Μαρωνείας Τιμόθεος πολλές φορές στις συνεδριάσεις της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος επεσήμανε με έμφαση την απολύτως λανθασμένη εκκλησιαστική τακτική του να υπονομεύει απροκάλυπτα το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να αμφισβητεί επικινδύνως τα δίκαια και προνόμια του οικουμενικού θρόνου στις επαρχίες του στην βόρεια Ελλάδα.
Δεύτερη απόδειξη αφοσιώσεως προς το Πατριαρχείο
Η δεύτερη ισχυρά απόδειξη της αφοσιώσεως και ειλικρινούς αγάπης του Μαρωνείας Τιμοθέου προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι μια επιστολή την οποία απέστειλε (25-5-1973) προ τον τότε οικουμενικό πατριάρχη Δημήτριο, όταν από την αρχή του έτους 1973 ο Αθηνών Ιερώνυμος, κατά πραξικοπηματικό και αντικανονικό τρόπο, προσπαθούσε να αλλοιώσει την σύνθεση της δωδεκαμελούς Ιεράς Συνόδου, η οποία, σύμφωνα και με την πατριαρχική και συνοδική πράξη του 1928, αποτελείται από 6 αρχιερείς των Νέων Χωρών (δηλαδή πατριαρχικούς) και από 6 αρχιερείς της Παλαιάς Ελλάδας. Τελικώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από την προσφυγή σε αυτό των μητροπολιτών Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου και Φλωρίνης Αυγουστίνου, τον Δεκέμβριο του 1972, κατά της αποφάσεως του Ιερωνύμου να αποκλείσει τους ιεράρχες των Νέων Χωρών ως συνοδικών, ακύρωσε (5-4-1973) την αντικανονική σύνθεση της διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Έτσι απεκατεστάθη η κανονική τάξη, σύμφωνα και με το κείμενο της πράξεως του 1928, όπως απαιτούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Γράμμα προς τον πατριάρχη Δημήτριο
Ύστερα από τις εξελίξεις αυτές, ο Μαρωνείας Τιμόθεος, όπως και ο μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης Κωνσταντίνος, απέστειλε στις 25 Μαΐου του 1973 ευλαβές απαντητικό γράμμα προς τον πατριάρχη Δημήτριο, στο οποίο αναφέρει τα εξής:
«Προς την Αυτού θειοτάτην παναγιότητα, τον οικουμενικόν πατριάρχην κύριον Δημήτριον. Φανάριον.
Παναγιώτατε δέσποτα,
Ευλαβώς αναφέρω τη υμετέρα θειοτάτη παναγιότητα την λήψιν του υπ’ αριθ. 367 από 26 Απριλίου ε.έ. πατριαρχικού γράμματος, δι’ ου ηγαθύνθη Αύτη κοινοποιείσαι και ημίν προς πληροφόρησιν αντίγραφον ταυταρίθμου γράμματος προς τον μακαριώτατον αρχιεπίσκοπον Αθηνών κ. Ιερώνυμον και την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το ιστορικόν όντως και βαρυσήμαντον περιεχομένου του Σεπτού Υμών Γράμματος σενεκίνησέ με βαθέως, από πολλών ετών δοκιμάζοντα πικρίαν και δεδικαιολογημένην ανησυχίαν εκ της παρατεινομένης, ως μη ώφειλε, εν τω χώρω της Ελλαδικής Εκκλησίας ανωμαλίας.
Καίτοι το σεπτόν πατριαρχικόν γράμμα, δι’ ου διηυκολύνετο ο επανεντροχιασμός της διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος εις την κανονικήν και παραδοσιακήν τάξιν, επιμελώς απεκρύβη, μη αναγνωσθέν επί συνόδου, παρά τας καταβληθείσας προσπαθείας, εν τούτοις η πλειοψηφία της ιεραρχίας, δια της τιμίας αυτής ψήφου, ανεστήλωσε τα δίκαια του πατριαρχικού οικουμενικού θρόνου και ανέδειξε νέαν διαρκή Ιεράν Σύνοδον, κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης, συνωδά τω πατριαρχικώ και συνοδικώ τόμω του 1850 και τη πατριαρχική και συνοδική πράξει του 1928, σημειωθέντος ούτω του πρώτου σημαντικού βήματος δια την επανίσχυσιν των συμπεφωνημένων, ει και μήπω κατοχυρωμένου νομοθετικώς.
Εν συνεχεία της ουτωσεί γενομένης εκλογής νέων συνοδικών, εν οις και η ημετέρα ταπεινότης, από κοινού μετά των εν τη νέα διαρκεί Ι. Συνόδω ομοφρόνων σεβασμιωτάτων συνέδρων, παρακολουθούμεν αγρύπνως την κατάστασιν, ελπίζοντες εις την επικράτησιν νηφαλιωτέρων σκέψεων και πλήρους αποκαταστάσεως των διαταραχθεισών προσκαίρως αγαθών σχέσεων μετά της μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας δια του σεβασμού πασών των ανειλημμένων από κοινού υποχρεώσεων.
Χάριτας ομολογώ και μετ’ εμού πάντες οι το αυτό φρονούντες αδελφοί, προς την υμετέρα θειοτάτην και προσφιλεστάτην παναγιότητα και την περί Αυτήν σεβασμίαν Σύνοδον, δια το θάρρος και την έγκαιρον, σοφήν και γενναίαν συμπαράστασιν και σωστικήν ενέργειαν, προς τας επαρχίας του κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τους εν αυταίς ιεράρχας, μετά θλίψεως παρακολουθούντας την άνισον, μέχρι τούδε και μεροληπτικήν μεταχείρισιν και τον παραγκωνισμόν εν τη διοικήσει της όλης Εκκλησίας της Ελλάδος.
Επί πάσι τούτοις, καθυποβάλλων βαθυσεβάστως θερμοτάτας ευχαριστίας, δια την ταχινήν βοήθειαν και συναντίληψιν, παρακαλώ την υμετέραν θειοτάτην παναγιώτητα, όπως αγαθυνομένη επιδαψιλεύση μοι τας πατριαρχικάς αυτής ευλογίας και ευχάς επί τη αναλήψει των υπό της ιεραρχίας εμπιστευθέντων μοι συνοδικών καθηκόντων και διατελώ μετ’ αφοσιώσεως, σεβασμού και αγάπης εν Κυρίω.
Εν Κομοτηνή, τη 25η Μαΐου 1973.
+Ο Μαρωνείας Τιμόθεος».

Νομίζουμε ότι από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται περίτρανα η πιστή, αμετακίνητη και ειλικρινής αφοσίωση του πατριαρχικού μητροπολίτου Μαρωνείας Τιμοθέου προς το ιερό κέντρο της ορθοδοξίας, το οικουμενικό μας πατριαρχείο. Αυτός υπήρξε ο μητροπολίτης Τιμόθεος, ο οποίος όταν χρειάστηκε, ύψωσε το ανάστημά του στον χουντικό αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο που ως άλλος «Εφιάλτης» ηθέλησε να θάψει κάθε τι το πατριαρχικό στην Ελλάδα. Τι κατάφερε; Ουδέν. Αυτό ας το έχουν υπόψιν τους και οι τυχόν μελλοντικοί μωροφιλόδοξοι υβριστές και υπονομευτές του Πατριαρχείου εν Ελλάδι.
Το Φανάρι ζει και θα ζήσει.

Σημείωση: Περισσότερα στοιχεία
για τα παραπάνω γεγονότα
βλ. Μητροπολίτου Σεβαστείας Δημητρίου,
«Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Παρακωλυόμενη τοις Όροις»,
Θεσσαλονίκη 2006
Προσφωνητήρια ομιλία Μητροπολίτου Τιμοθέου προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα κατά την επίσκεψή του στην Κομοτηνή

Στο πλαίσιο της επετείου Μνημοσύνης και τιμής για τα είκοσι έτη (1992- 2012) από της εκδημίας του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας (1954 -1974)- μετέπειτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974-1992), δημοσιεύουμε την προσφωνητήρια ομιλία του προς τον αοίδιμο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ (1948-1972), όταν εκείνος επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη από το Άγιο Όρος, όπου είχε παραστεί των εορταστικών εκδηλώσεων για τα 1000 έτη από της ιδρύσεως της Αγιωνύμου Πολιτείας, επεσκέφθη την Μητρόπολη Μαρωνείας στην Κομοτηνή (1963). Το μνημειώδες αυτό κείμενο του μακαριστού Τιμοθέου έχει ως εξής:
«Παναγιώτατε Δέσποτα,
Με ανυπόκριτον χαράν και βαθύτατον σεβασμόν υποδεχόμεθα σήμερον εις την πόλιν μας, κλήρος και λαός της αρχαίας και ιστορικής ταύτης Μητροπόλεως, την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα.
Εξεκινήσατε από το Όρος της Ορθοδοξίας, την Κωνσταντινούπολιν, και αφού ηυλογήσατε αυτοπροσώπως το Αγιώνυμον Όρος κατά τον ιστορικόν σταθμόν της χιλιετηρίδος Αυτού, αναλάβατε ιεράν πορείαν ανά την Ελλάδα και εκομίσατε εις τον φιλόχριστον λαόν αυτής την ευλογίαν και την στοργήν της Μητρός Εκκλησίας. Δια πρώτην ήδη φοράν ο Ορθόδοξος κόσμος εδοκίμασε τόσην συγκίνησιν και ησθάνθη τόσην αγαλλίασιν εκ της επιβλητικής παρουσίας εν μέσω αυτού της Υμετέρας Σεπτής Κορυφής. Και εδονήθησαν αι καρδίαι πάντων από το μήνυμα της Ορθοδοξίας, το οποίον επανειλημμένως ηκούσθη από των σεπτών Πατριαρχικών χειλέων.
Παρηκολουθήσαμεν τους ιερούς μόχθους και τους ευγενείς αγώνας Σας δια την ανύψωσιν και την προβολήν της Ορθοδοξίας και δια την ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών και της χριστιανωσύνης γενικώτερον, όπερ αποτελεί τον ανύστακτον πόθον και το μεγαλόπνοον πρόγραμμα της Υμετέρας Παναγιότητος. Και συνεπορεύθημεν μετ’ Αυτής νοερώς, με καιομένην την καρδίαν, εις την Πατριαρχικήν περιοδείαν, η οποία δεν περιωρίσθη εις τα τυπικά πλαίσια απλών επισκέψεων και φιλοφροσύνης, αλλά εσφυρηλάτησεν ακαταλύτους δεσμούς και προήγαγε το πνεύμα της συνεργασίας των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η καρδία και η σκέψεις όλων των Ορθοδόξων, η ψυχή του Γένους, ευρίσκεται πάντοτε εστραμμένη και προσηλωμένη εν αφοσιώσει προς το Οικουμενικόν Θρόνον και προς τον Σεπτόν Προκαθήμενον της Ορθοδοξίας. Ήδη ο Πατριάρχης ήλθε προς ημάς και η ακτινοβολία του κατηύγασε τας ψυχάς μας.
Εις τα «ίδια ήλθε», εις περιβάλλον και χρώμα και χώρον γνώριμον και οικείον. Είναι δια τούτο δεδικαιολογημένη η χαρά και η αγαλλίασις κλήρου και λαού, διότι ατενίζομεν την φωτεινήν, ηγετικήν και βιβλικήν φυσιογνωμίαν της Υμετέρας Παναγιότητος, τον Κορυφαίον της Εκκλησίας, με την διαίσθησιν και διορατικότητα των Προφητών, την αυταπάρνησιν των Μαρτύρων, την ένθεον παρρησίαν των Αποστόλων.
Περιβάλλομεν, κατά την ώρα ταύτην τον μέγαν Πατριάρχην, τον άξιον Αρχιποίμενα, τον φορέα των μεγάλων εμπνεύσεων και των ιστορικών αποφάσεων, τον συνεχιστήν των μεγάλων Πατριαρχών, τον βαθύν την σκέψιν και απλούν την καρδίαν, τον σοφόν Ηγέτην με την απέραντον καλωσύνην, τον έμπειρον κυβερνήτην της Θεοκτίστου Κιβωτού. «Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή».
Η σημερινή ημέρα, την οποίαν η παρουσία Σας, Παναγιώτατε, ηγίασε και μετέβαλεν εις εορτήν, θα παραμείνη δι’ ημάς ιστορική.
Προτού επιστρέψητε εις τον Οίκον Σας, ηθελήσατε να επισκεφθήτε, ως ένα των τελευταίων σταθμών της εν Ελλάδι Αποστολικής Σας πορείας, και την Κομοτηνήν, την Πρωτεύουσαν της Δυτικής Θράκης, και να επιδαψιλεύσητε την Πατριαρχικήν Σας ευλογίαν εις το επί θεοσεβεία και βαθεία προσηλώσει εις τας θρησκευτικάς και Εθνικάς παραδόσεις διακρινόμενον χριστεπώνυμον πλήρωμα της ακριτικής ταύτης Μητροπόλεως, η οποία έχει ιδιαιτέρους λόγους να καυχάται δια τον μετά της Μητρός Εκκλησίας στενόν και ακατάλυτον αυτής σύνδεσμον.
Εν τη ευσήμω ταύτη ώρα χαιρετίζων ευλαβώς, ως Ποιμενάρχης της Θεοσώστου ταύτης επαρχίας, την Υμετέραν Πολυσέβαστον και πεφιλημένην μοι Παναγιότητα, υποβάλλω Αυτή εξ ονόματος Κλήρου και Λαού τα αισθήματα του βαθυτάτου σεβασμού και της υιικής αγάπης και αφοσιώσεως μετά των ταπεινών ευχών, όπως οι υπέρ της Εκκλησίας αδιάλειπτοι κόποι της Υμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος, κατά κύριον λόγον διαχειριζομένης υπευθύνως μετά θαυμαστής δεξιότητος το μέλλον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στεφθώσιν υπό πλήρους επιτυχίας.
Κύριος ο Θεός, ο της Εκκλησίας Θείος Δομήτωρ, διαφυλάττοι εν υγεία και ημερών μακρότητι την Υμετέραν Θοτίμητον και Χριστομίμητον Κορυφήν.
Καλώς ήλθατε εις την επαρχίαν μας, Παναγιώτατε».