Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΧΩΡΑ ΗΡΩΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ ΧΩΡΑ ΗΡΩΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΓΙΩΝ




Καππαδοκία ὀνομάζεται ἡ περιοχὴ ποὺ βρίσκεται μεταξὺ τοῦ Εὐφράτη ποταμοῦ (ἀνατολικά) καὶ τοῦ Ἄλυ ποταμοῦ (δυτικά). Πρὸς βορρᾶ ἔχει τὴν Παφλαγονία καὶ κυρίως τὸν Πόντο ἐνῷ πρὸς τὸ νότο ἔχει τὴν Κιλικία καὶ τὴν ὁροσειρὰ τοῦ Ταύρου. Λόγω τῆς θέσεώς της εὑρίσκεται πάνω στὸν ἄξονα τῶν δρόμων ποὺ ἑνώνουν τὴν Μικρὰ Ἀσία, τὴν Ἀνατολία καὶ τὴ μέση Ἀνατολή. Ἡ θέση τῆς λοιπὸν εἶναι στρατηγική' γι’ αὐτὸ ὑπῆρξε πέρασμα ὅλων τῶν κατακτητῶν καὶ πεδίο σκληρῶν ἀνταγωνισμῶν μ’ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ αἱματοβαμμένες περιοχὲς τοῦ κόσμου.



Ἡ Καππαδοκία ὑπῆρξε ἀπὸ τὶς πιὸ ἐκλεκτὲς ἐπαρχίες τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Φημισμένη γιὰ τὰ ὡραῖα τῆς ἄλογα, τὸ ἠφαιστιογενὲς τῆς ἔδαφος, τὰ καταπληκτικὰ καὶ πανέμορφά της τοπία, τοὺς πανύψηλους βράχους της, τὰ λαξευτὰ σπίτια καὶ δημόσια κτίρια, τὰ λαξευτὰ μοναστήρια καὶ ἀσκητήρια, τοὺς λαξευτούς της ναούς. Φημισμένη γιὰ τὶς ὑπόγειες, δαιδαλώδεις, καὶ πολυώροφες πολιτεῖες της μὲ τὴν πρωτότυπη ἀρχιτεκτονικὴ καὶ τὰ θαυμαστὰ στατικὰ δεδομένα' τὶς μηχανολογικές τους ἐπινοήσεις καὶ τὰ πρωτότυπα συστήματα ἀερισμοῦ καὶ ἐπικοινωνίας' ποὺ κλείνανε τὴν εἴσοδό τους μὲ μιὰ τεράστια μυλόπετρα γιὰ νὰ μὴ τοὺς βρίσκουν οἱ ἀλλεπάλληλοι ἐπιδρομεῖς. Φημισμένη καὶ γιὰ τοὺς αὐτοκράτορες καὶ στρατηγοὺς ποὺ ἀνέδειξε, τοὺς θεοσοφιστὲς (Ἀπολλώνιος ὁ Τυανεὺς 1ος αἰὼν μΧ), τοὺς γεωγράφους καὶ περιηγητὲς (Παυσανίας καὶ Στράβων 2ος αἰὼν μΧ.), τὸν ἰατρὸ Ἀρεταῖο (2ος αἰὼν μΧ), τοὺς σοφιστὲς καὶ καθηγητὲς τῶν Ἀθηνῶν Ἰουλιανὸ καὶ Προαιρέσιο(4ος αἰὼν μΧ.). Φημισμένη ὅμως καὶ γιὰ τοὺς μάρτυρες, τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς πατέρες καὶ διδασκάλους, τοὺς ἀναρίθμητους ἁγίους. Διότι δέχθηκε τὸν χριστιανισμὸ μόλις ἐκεῖνος ἐμφανίσθηκε.



Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀναφέρει τὴν Καππαδοκία στοὺς ἀποδέκτες τῆς πρώτης του ἐπιστολῆς μαζὶ μὲ τὶς ἐπαρχίες τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Ἀσίας, καὶ τῆς Βιθυνίας. Πιθανὸν νὰ κήρυξε στὴ νότιο Καππαδοκία καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος κατὰ τὴν δευτέρα περιοδεία του. Νωρίτερα ἡ Καππαδοκία ἀναφέρεται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (Πράξ.2,9). Καππαδόκες μάρτυρες ὅπως ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Μάμας, οἱ ἅγιοι μάρτυρες Εὐέλπιστος, Ὀρέστης, Γόρδιος, Θεόδοτος, Θεόδωρος, Ρουφίνα, ὁ Ἰωάννης ὁ Ρῶσος τοῦ ὁποίου τὸ τίμιο λείψανο φέρανε οἱ ἀδελφοὶ πρόσφυγες ἀπὸ τὸ Προκόπι στὴν Εὔβοια καὶ τόσοι ἄλλοι ποτίζουν μὲ τὸ αἷμα τοὺς τὴν φυτεία τοῦ χριστιανισμοῦ. Μεγάλοι θεολόγοι στηρίζουν μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν ποιμαντική τους τὴν Ἐκκλησία. Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Γρηγόριος ὁ Νύσσης, Ἀμφιλόχιος Ἰκονίου, Ἀστέριος Ἀμασείας, Φίρμος Καισαρείας, ὁ ἅγιος πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἀλέξανδρος, ὁ ἅγιος Φιρμιλιανὸς ἐπίσκοπος Καισαρείας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ φωτιστῆς τῶν Ἀρμενίων, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας καὶ τόσοι ἄλλοι. Ὁ Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ γέροντας τοῦ πατρὸς Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ πατὴρ Παΐσιος κατάγονται ἀπὸ τὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσε νὰ ἀναδεικνύει ἁγίους μέχρι καὶ τὸν ξεριζωμὸ τῶν Ἑλλήνων τὸ 1924.



Γιὰ νὰ ἐννοήσουμε πόσο ἥρωες, μάρτυρες, καὶ ἅγιοι ὑπῆρξαν οἱ Καππαδόκες πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἡ Καππαδοκία ὑποδουλώθηκε στοὺς Σελτζούκους Τούρκους τὸ 1071 μὲ τὴν ἧττα τῶν Βυζαντινῶν στὸ Μαντζικέρτ. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἡ Καππαδοκία μαζὶ μὲ τὴν ἐπαρχία τῆς Ἀρμενίας χάθηκε ὁριστικὰ γιὰ τοὺς Βυζαντινούς. Ὁ Μανουὴλ Κομνηνὸς θὰ προσπαθήσει ν’ ἀνακτήσει τὰ χαμένα ἐδάφη τὸ 1176 στὸ Μυριοκέφαλο ἀλλὰ ἡ ἧττα του θὰ ὁριστικοποιήσει τὴν ἀσέληνη νύχτα τῆς δουλείας. Ἔκτοτε συνεχεῖς προελάσεις καὶ ἐπιδρομὲς Μογγόλων, Μαμελούκων, Τουρκομάνων, καὶ Ὀθωμανῶν θὰ καταστήσουν ἀφόρητη τὴν ζωὴ τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Τὸ 1476 ἡ Καππαδοκία περνᾶ ὁριστικὰ στὰ χέρια τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων.



Καὶ τώρα ἃς σκεφθοῦμε' ἀπὸ τὸ 1071 ποὺ ὑποδουλώθηκε ἡ Καππαδοκία στοὺς Σελτζούκους Τούρκους καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ 1476 στοὺς Ὀθωμανοὺς μέχρι τὸ 1924 ποὺ ἀναχώρησαν οἱ τελευταῖοι ΄Ἕλληνες Καππαδόκες περάσανε 853 χρόνια! Οἱ ἱστορικοὶ δέχονται ὅτι καὶ πρὶν τὴ μάχη τοῦ Μαντζικὲρτ ὁρισμένες περιοχὲς τῆς Καππαδοκίας εἶχαν χαθεῖ γιὰ τοὺς βυζαντινοὺς καὶ σ’ αὐτὲς ἡ δουλεία φθάνει καὶ τὰ 900 χρόνια! Τέτοια μακρόχρονη δουλεία καμμία ἑλληνικὴ περιοχὴ δὲν ἀντιμετώπισε. Μόνο ἡ ἐπίσης μαρτυρικὴ καὶ πολύπαθη καὶ ἁγία νῆσος τῆς Κύπρου φθάνει τὰ 768 χρόνια σκλαβιᾶς, ἀπὸ τὸ 1191 μέχρι τὸ 1959 ποὺ ἐλευθερώθηκε. Λατῖνοι καὶ Ἐνετοί(379 χρόνια), Τοῦρκοι(308 χρόνια), καὶ Ἄγγλοι(81 χρόνια) ἦταν οἱ κατακτητές της, μὲ χειρότερους καὶ σκληρότερους τοὺς Λατίνους κατὰ τὴν κυριαρχία τῶν ὁποίων οἱ ἀδελφοὶ Κύπριοι φτύσανε ὄχι μόνο αἷμα ἀλλὰ καὶ τὸ γάλα τῆς μάνας τους.



Κομπορρημονοῦμε ἐμεῖς στοὺς πανηγυρικούς της 25ης Μαρτίου γιὰ τὸ πὼς ἀντέξαμε τὰ 400 χρόνια δουλείας (ἡ νότιος Ἑλλάδα) καὶ τὰ 500 (ἡ βόρειος Ἑλλάδα) καὶ καλὰ κάνουμε' ἀλλὰ νὰ θυμώμαστε τὶς μαρτυρικὲς περιοχὲς ποὺ προαναφέραμε ποὺ τὸ χῶμα τοὺς ἔχει ὡς κύρια συστατικά του τὸ αἷμα, τὸ μαῦρο δάκρυ, τὰ πολτοποιημένα ἀπὸ τὰ μαρτύρια καὶ καμένα ἀπὸ τὴν φωτιὰ τίμια ὀστᾶ καὶ λείψανά τους. Ἦταν τόσο μακρόχρονη ἡ δουλεία τῶν Καππαδοκῶν καὶ τόσο ἀφόρητες οἱ πιέσεις ποὺ χάσανε καὶ τὴ γλῶσσα τους. Μιλούσανε τὰ «καραμανλίδικα» ποὺ ἦταν τουρκικὰ ποὺ τὰ γράφανε μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες. Ἀναφέρουν οἱ ἱστορικοί, ὅτι τὸ 1477 ὑπάρχει Καππαδοκικὴ κοινότητα στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ 384 οἰκογένειες οἱ ὁποῖες μιλοῦν τουρκικά, ἀκόμη καὶ στὴ θεία λειτουργία, ποὺ τελοῦν στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο στὰ Ψωμαθειά. Κάποιοι θὰ τοὺς κατηγορήσουν' ἃς θυμηθοῦν ὅμως, ὅτι εἶχαν περάσει ἤδη ἀπὸ τὸ 1071 ποὺ ἔγινε ἡ μάχη τοῦ Μαντζικὲρτ 406 χρόνια ἀφόρητης σκλαβιᾶς στοὺς Σελτζούκους, ὑφιστάμενοι συγχρόνως τὶς ἐπιδρομὲς ἀγρίων νομαδικῶν φυλῶν ποὺ προαναφέραμε, μὲ ἀποτέλεσμα τουλάχιστον στὰ ἀστικὰ κέντρα νὰ ἀποτελοῦν τὴν μειοψηφία ἐν μέσω τῶν ἀγρίων πιστῶν τῆς ἐρυθρᾶς ἡμισελήνου. Χάσανε λοιπὸν καὶ τὴ γλῶσσα τους. Δὲν χάσανε ὅμως τὴν ὀρθόδοξη πίστη τους καὶ τὸν ἑλληνισμό τους.


Αὐτὰ ποὺ κρατήσανε οἱ Καππαδόκες ἐν μέσω φρικτῶν μαρτυρίων καὶ ἀγώνων καὶ κατατρεγμῶν ἃς φροντίσουμε μὴ τὰ χάσουμε ἐν μέσω τῆς εὐημερίας, τῆς εὐμάρειας, καὶ τῆς ρᾳστώνης ποὺ διακρίνει τὴν ἐποχή μας. Καὶ θὰ τὸ πετύχουμε αὐτὸ ἐὰν μνημονεύουμε τῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν τῶν ἀειμνήστων αὐτῶν προγόνων μας, τοὺς θαυμάζουμε, τοὺς ζηλεύουμε καὶ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς μιμηθοῦμε.




Δυστυχῶς ὅμως τὸ ἀντίθετο συμβαίνει. Τὰ σχολικὰ βιβλία τῆς ἱστορίας μας ἀποσιωποῦν ἢ διαστρέφουν ἱστορικὰ γεγονότα. Ἡ θρησκεία μας δὲν θεωρεῖται πλέον στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς μας. Τὰ καινούργια διαβατήρια δὲν ἔχουν οὔτε μία εἰκόνα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Ἑλλήνων στὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, ἐνῷ τὴν ὑπερχιλιετὴ περίοδο τοῦ Βυζαντίου τὴν παρουσιάζουν μόνο μὲ δυὸ εἰκόνες ποὺ ἔχουν τὴ μονὴ Σιμωνόπετρας τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ τῆς ἁγίας Σοφίας τοῦ Μυστρά, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὅμως ἀφαιρέθηκε τεχνηέντως ὁ σταυρὸς ἀπὸ τὸν τροῦλλο τῶν ἐκκλησιῶν! Δηλαδὴ ἐπειδὴ τυχαίνει τὰ κτίσματα νὰ εἶναι ναοὶ τῆς Ὀρθοδοξίας βγάλαμε τὸ σύμβολο τοῦ χριστιανισμοῦ. «Πρὸς Θεοῦ ὄχι θρησκευτικά» ποὺ ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Παπαδιαμάντης εἰρωνευόμενος τοὺς κομπλεξικοὺς Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του. Κυριαρχοῦν τὰ μνημεῖα ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, γιατί «εἴμαστε κατ’ εὐθεῖαν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων». Καὶ μὴ χειρότερα…











ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


Ο ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 
Ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ένας περικαλλής χριστιανικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος χτίστηκε το 550 στον τέταρτο λόφο της Πόλης, βορειοδυτικά του υδραγωγείου του Ουάλη. Ήταν τεραστίων διαστάσεων, σχεδόν όσο ο ναός της Αγίας Σοφίας και επί αιώνες (από τον 4ο ως τον 11ο) ενταφιάζονταν εκεί Αυτοκράτορες, Πατριάρχες και επίσκοποι. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκε εκεί η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1461 όμως, οι Οθωμανοί τον κατεδάφισαν ολοσχερώς και στη θέση του οικοδόμησαν το Φατίχ τζαμί. 


Ο αρχικός ναός των Αγίων Αποστόλων κτίστηκε περί το 330, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Το 337, όταν ο Κωνσταντίνος πέθανε, ο ναός δεν είχε τελειώσει, και ο ίδιος ενταφιάστηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Ακακίου στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ολοκληρώθηκε από το γιο του, Κωνστάντιο, ο ναός των Αγίων Αποστόλων, μεταφέρθηκε εκεί και η σoρός του Κωνσταντίνου.
Σκοπός του Αυτοκράτορα ήταν να συγκεντρώσει εκεί και τα λείψανα όλων των Αποστόλων. Τελικά, έγινε εφικτό να μεταφερθούν λείψανα μόνο του Αποστόλου Ανδρέα (από την Αχαΐα το 357[1]), του Ευαγγελιστή Λουκά και του Αγίου Τιμοθέου (από την Έφεσο). Ερμηνευτικό ζήτημα έχει προκύψει κατά καιρούς για το εάν τελικά ο ναός ήταν αφιερωμένος και στους Δώδεκα Αποστόλους, ή μόνο στους τρεις, των οποίων τα λείψανα βρίσκονταν εκεί. Η επικρατούσα άποψη κλίνει προς τους δώδεκα Αποστόλους. Η άποψη αυτή ενισχύεται από ομιλία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, από την οποία συνάγεται ότι ο ναός ετιμάτο και στους δώδεκα μαθητές του Χριστού, και πως η ιδιαίτερη αναφορά στους τρεις γινόταν λόγω του ότι εκεί φυλάσσονταν τα λείψανά τους. Επίσης, σε διάφορους κώδικες σώζεται το επίγραμμα Στίχοι στην εξωτερική πύλη των Αγίων Αποστόλων για το τέλος της ζωής τους. Αυτό ήταν γραμμένο πάνω από την κεντρική πύλη του ναού και αναφερόταν στον τρόπο θανάτου του καθενός από τους δώδεκα.
Λίγα είναι γνωστά για την όψη εκείνου του ναού, εκτός του ότι ήταν σταυρόσχημος. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας αναφέρει ότι ήταν ψηλό κτίριο, με προστώα και στις τέσσερις πλευρές, μαρμάρινους τοίχους και χρυσό τρούλο. Στα «Πάτρια» (Ψευδο-Κωδινός) αναφέρεται ότι η οροφή του ήταν ξύλινη. Αναφορές στη «θαυμάσια» εκκλησία κάνουν και οι Φιλοστόργιος και Θεόδωρος αναγνώστης.
Ο ναός του Ιουστινιανού 


Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού διαπιστώθηκε ότι ο ναός ήταν πλέον ανεπαρκής. Έτσι, ελήφθη η απόφαση να κτιστεί νέος. Ο ιστορικός Προκόπιος αποδίδει το κτίσιμο του νέου ναού στον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, αν και ο Ψευδο-Κωδινός αποδίδει την ανακατασκευή στην Αυτοκράτειρα Θεοδώρα.
Ο νέος ναός σχεδιάστηκε και κτίστηκε υπό την επίβλεψη των αρχιτεκτόνων της Αγίας Σοφίας, Ανθέμιου και Ισίδωρου. Ήταν σταυροειδής βασιλική, με πέντε τρούλους: ένας σε κάθε βραχίονα του σταυρού και ένας στο κέντρο, στο σημείο τομής των βραχιόνων. Ο δυτικός βραχίονας του σταυρού προεκτεινόταν, σχηματίζοντας αίθριο. Ιερό δεν υπήρχε, καθώς η Αγία Τράπεζα ήταν τοποθετημένη στο κέντρο του ναού, κάτω από τον κεντρικό τρούλο. Τα λείψανα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των τριών αγίων μεταφέρθηκαν στη νέα εκκλησία, ενώ κτίστηκε και σταυροειδές μαυσωλείο για τον Ιουστινιανό και την οικογένειά του, στο τέλος του βόρειου κλίτους. Τα εγκαίνια του νέου ναού έγιναν στις 28 Ιουνίου του 550.
Για πάνω από 7 αιώνες, ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος ναός της Βασιλεύουσας. Ενώ η Αγία Σοφία βρισκόταν στο παλαιό μέρος της Πόλης, οι Άγιοι Απόστολοι κυριαρχούσαν στην πλευρά των νεότερων επεκτάσεων, πάνω στην ονομαζόμενη Μέση ή Κεντρική Οδό. Ήταν προσκυνηματικό κέντρο, καθώς εκτός των τριών προαναφερθέντων αγίων, των Αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών (μεταξύ αυτών και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου), των επισκόπων, αγίων και μαρτύρων που είχαν ενταφιαστεί εκεί, στην εκκλησία βρισκόταν και μέρος της Στήλης της Φραγγελώσεως, στην οποία κατά την παράδοση δέθηκε και μαστιγώθηκε ο Χριστός.[2] Κατά τη διάρκεια των ετών, ο ναός συγκέντρωσε μεγάλες ποσότητες χρυσού, αργύρου και πολύτιμων λίθων, από αφιερώσεις των πιστών.
Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδών ανακαίνισε και ενδεχομένως επέκτεινε το ναό, τον 9ο αιώνα. Τον 10ο αιώνα, ο Κωνσταντίνος της Ρόδου συνέθεσε μακροσκελή έμμετρη «Περιγραφή της εκκλησίας των Αποστόλων», την οποία αφιέρωσε στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο.
Λεηλασία και παρακμή 


Ο ναός λεηλατήθηκε το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Λειψανοθήκες, χρυσά και αργυρά σκεύη με πολύτιμους λίθους, εικόνες, πολυτελή άμφια και άλλοι ανεκτίμητοι θησαυροί του ναού εξαφανίστηκαν. Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι ακόμη και οι τάφοι των Αυτοκρατόρων συλήθηκαν και αφαιρέθηκε ο,τιδήποτε πολύτιμο περιείχαν. Ανοίχθηκε ακόμη και ο τάφος του Ιουστινιανού, ενώ από τον τάφο του Αυτοκράτορα Ηρακλείου αφαιρέθηκε το χρυσό του διάδημα, μαζί με τα μαλλιά του, στα οποία είχε προσκολληθεί. Κάποιοι από αυτούς τους θησαυρούς μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, ενώ οι περισσότεροι στη Βενετία και είναι σήμερα σε κοινή θέα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Πριν την επέλαση των Σταυροφόρων όμως, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ' Άγγελος είχε αφαιρέσει μεγάλος μέρος της πολύτιμης διακόσμησης των σαρκοφάγων του ναού και το οδήγησε στα χυτήρια, στην προσπάθειά του να εξοικονομήσει χρήματα για να εξαγοράσει τη συνεργασία του Ερρίκου Στ'.
Όταν ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος επανακατέκτησε την Πόλη, ανήγειρε στο ναό ένα άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ επάνω σε στήλη, σε ανάμνηση του γεγονότος, και του εαυτού του. Το άγαλμα καταστράφηκε από σεισμό το 1328. Στις αρχές του 14ου αιώνα, ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος αναπαλαίωσε το ναό, ο οποίος όμως κατόπιν εγκαταλείφθηκε, καθώς ολόκληρη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία παρήκμασε και ο πληθυσμός της Πόλης μειωνόταν συνεχώς. Σύμφωνα με μαρτυρία του Φλωρεντίνου καθολικού ιερέα Cristoforo Buondelmonti, το 1420 ο ναός ήταν ρημαγμένος. 


Μετά την Άλωση
Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο ναός καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει ότι φανατικοί δερβίσηδες με ρόπαλα και λοστούς κατέστρεφαν επί 14 ώρες τον ναό. Αφού δε συνέθλιψαν τα ιερά λείψανα και τα οστά των αυτοκρατόρων, έριξαν τα υπολείμματα σε ασβεστοκάμινο.
Μετά την Άλωση, ο ναός της Αγίας Σοφίας, έδρα ως τότε του Πατριαρχείου, μετατράπηκε σε τζαμί. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχώρησε τον κατεστραμμένο πια ναό των Αγίων Αποστόλων στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, προκειμένου να μεταφερθεί εκεί το Πατριαρχείο. Η περιοχή όμως κατοικήθηκε από Τούρκους και υπήρχε αυξανόμενη εχθρότητα, καθώς ένα τόσο μεγάλο οικοδόμημα παρέμενε σε χριστιανικά χέρια. Έτσι, το 1456, ελήφθη η απόφαση για μεταφορά της έδρας του Πατριαρχείου στη Μονή Παμμακάριστου.
Το 1461, ο Σουλτάνος Μωάμεθ κατεδάφισε τον ναό και στη θέση του οικοδόμησε εντυπωσιακό μουσουλμανικό τέμενος, το Φατίχ τζαμί (Τέμενος του Πορθητή), το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. Εκεί βρίσκεται ο τάφος του Πορθητή (Φατίχ) της Βασιλεύουσας Μωάμεθ Β΄.
Μορφή
Η βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία από ψηλά: εμφανές το σταυροειδές σχήμα και οι πέντε τρούλοι
Πέραν του χειρογράφου που εξεικονίζεται παραπάνω, δεν υπάρχει άλλη οπτική αναπαράσταση του ναού. Γνωρίζουμε όμως ότι η Βασιλική του Αγίου Μάρκου στη Βενετία κτίστηκε με πρότυπο το ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο συγγραφέας του 12ου αιώνα Νικόλαος Μεσαρίτης συνέγραψε περιγραφή του ναού, από την οποία διασώζεται μόνο ένα μέρος. 




Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός + π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος 
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός

Βάπτισμα
Κατά την ορθόδοξη πίστη η αναγέννηση του ανθρώπου πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα. Δεν πρόκειται εδώ για το βάπτισμα του Ιωάννη, γιατί αυτό διακρίνεται από το Χριστιανικό  βάπτισμα (Πράξ. ιθ' 3-5). Το Χριστιανικό βάπτισμα γίνεται εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. κη' 19)
Με το Χριστιανικό βάπτισμα ενδύεται κανείς τον Χριστό, λαμβάνει το Πνεύμα της υιοθεσίας και γίνεται κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Ιησού Χριστού (Γαλ γ' 26-29. Ρωμ. η' 17). Η αγία Γραφή βεβαιώνει πώς δεν υπάρχουν δύο βαπτίσματα για τούς πιστούς το βάπτισμα με νερό, πού ακολουθείται από το άγιο Χρίσμα, είναι ή «άνωθεν αναγέννηση» του Ιω. γ' 3-5.

Το Χριστιανικό Λοιπόν βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία (Μάρκ. ιστ' 16. Α' Πέτρ. γ' 20-21). Μ' αυτό αποθνήσκουμε ως προς την αμαρτία και αναγεννώμεθα πνευματικά (Πράξ. β' 38. Ρωμ. στ' 1-11. Τίτ. Υ' 5).
 Με το άγιο βάπτισμα λαμβάνουμε το Πνεύμα της υιοθεσίας και γινόμαστε «τέκνα Θεού» (Ρωμ. η' 5-11. Γαλ δ' 5-6), γιατί με το βάπτισμα εvτασσόμαστε στο σώμα του Κυρίου, στην Εκκλησία (Πράξ. β' 41.47. Α' Κορ. lβ' 13. Γαλ Υ' 26-28) «εν σώμα και εν Πνεύμα... μία πίστις, ένα βάπτισμα» (Εφεσ. δ' 4-5). Ή Εκκλησία, πού είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. Υ' 15), ερμήνευσε το Ιω. γ' 3-5 σε αναφορά με το άγιο βάπτισμα.
Ο άγιος Ιουστίνος (†165) συνδέει το βάπτισμα με την αναγέννηση του Ιω. γ' 3-5' μάλιστα το χαρακτηρίζει «τρόπον αναγεννήσεως» (Άπολ Α' 61). Ο Ωριγένης (185-254) Λέγει πώς το Άγιο Πνεύμα υπάρχει «εις μόνους τούς μεταλαβόvτας αυτού εν τη του βαπτίσματος δόσει» (παρά Άθαν., Πρός Σεραπ. επ. Δ', 10). Ο Τερτυλλιανός (†220) αναφέρει πώς «χωρίς το βάπτισμα δεν ανήκει σε κανένα η σωτηρία, όλως ιδιαιτέρως εξ αιτίας του Λόγου του Κυρίου, 'εάν τις δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος', δεν έχει την Ζωήν» (Περί βαπτ. 12). Ο Μ. Άθανάσιος αναφέρει πώς ο βαπτιζόμενος «τον μεν παλαιόν απεκδύεται, ανακαινίζεται δε άνωθεν, γεννηθείς τη του Πνεύματος χάριτι» (Πρός Θεραπ., επιστ. Δ',13). (295-373) 
Αλλά και στην εποχή των μεγάλων πατέρων, η Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε τούς Λόγους της Γραφής, ταυτίζοντας τη σωτηρία και την αναγέννηση με το βάπτισμα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται στο διάλογο με τον Νικόδημο (Ίω. γ' 1-21) και ονομάζει το βάπτισμα «λοχείαν», δηλαδή τοκετόν και «νέον δημιουργίας τρόπον... εξ ύδατος και Πνεύματος», «και αν ερωτήση κανείς ‘πως από ύδωρ;', τότε πρέπει να δοθεί η απάvτηση: Όπως ακριβώς εις την αρχήν το πρώτον υποκείμενον στοιχείον ήτό το χώμα και το παν ήτο έργο του Δημιουργού, έτσι και τώρα το μεν ύδωρ είναι το υποκείμενον στοιχείον, το παν δε είναι έργον της χάριτος του Πνεύματος'» (Χρυσ., Εις τό Ιω., ομιλ ΚΕ' 2).
«Διότι τίποτε το αισθητόν δεν μας παρέδωσεν ο Χριστός αλλά με αισθητά μεν πράγματα, όλα όμως νοητά. Έτσι και το βάπτισμα, η μεν δωρεά του ύδατος γίνεται με αισθητόν πράγμα, αλλά το συντελούμενον, δηλαδή η αναγέννησις και ανακαίνισις είναι νοητά. Διότι, εάν μεν ήσουν ασώματος, γυμνά θα σου παρέδιδε τα ασώματα αυτά δώρα. Επειδή όμως η ψυχή είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα, με αισθητά πράγματα σου παραδίδει τα νοητά» (Χρυσ., Εις το Ματθ., όμιλ. ΠΒ' 4)
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (381) αναφέρει τρεις γεννήσεις: «την σωματική, την δια του βαπτίσματος και την δια της αναστάσεως» (Λόγος Μ' 2, Εις το άγιον βάπτισμα).

Αλλά και οι Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, όπως ο Αυγουστίνος, ονομάζουν το βάπτισμα «μυστήριον αναγεννήσεως». Γι' αυτό και όποιος αρνείται τον νηπιοβαπτισμό, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγία Γραφή, αλλά και με το «τυπικό της Εκκλησίας, πού παραδόθηκε από παλαιά και τηρείται πάντοτε» (Αύγουστ., Έπιστ. πρός Σίξτο VII 32. Χ 43).
Το γεγονός της ταύτισης του βαπτίσματος με την αναγέννηση δεν σημαίνει βέβαια πώς το βάπτισμα μας απαλλάσσει από τον προσωπικό αγώνα για την διατήρηση και την καρποφορία του πνευματικού δώρου. Αντίθετα η Εκκλησία εύχεται στον Κύριο να αναδείξει τον νεοφώτιστο «αήττητον αγωνιστήν κατά των μάτην έχθραν φερομένων κατ' αυτού» και να δώσει σ' αυτόν «πάντα μελετάν εν τω νόμω σου και τα ευάρεστά σοι πράττειν».

Όπως αναφέρθηκε, το βάπτισμα μας «ενδύει» τον Χριστό και μας εισάγει στο Σώμα του Χριστού, δηλαδή στη «βασιλεία του Θεού» (Ίω. γ' 3-5), όμως αυτός είναι ο «αρραβών» (Β' Κορ. ε' 5. Έφεσ. α' 14), τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί και να χάσει. Άλλωστε η περίοδος του αρραβώνα, ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι περίοδος δοκιμασίας. Γι' αυτό και απαιτείται άσκηση και αγώνας (Α' Θεσ. ε' 6-11. Α' Πέτρ. ε' 8-9).


Νηπιοβαπτισμός
 Όπως αναφέραμε, στην ορθόδοξη Εκκλησία η αναγέννηση ταυτίζεται με το άγιο βάπτισμα, δεν προηγείται του βαπτίσματος. Το βάπτισμα είναι σωτηρία, γι' αυτό και δεν το στερούμε από τα μικρά παιδιά. Ο Κύριος παρήγγειλε πώς δεν πρέπει κανείς να εμποδίζει τα παιδιά να λάβουν τη χάρη (Ματθ. ιθ' 14).
 Ο άγιος Ειρηναίος († 202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι' αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι' αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τούς έχοντας την ηλικίαν αυτήν...» (Ειρ.,MPL 7,784).
Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων... μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε' 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).
Ο Τερτυλλιανός, κάτω από αιρετικές επιδράσεις αντιτίθεται στην τότε πράξη της Εκκλησίας και αναφέρει: «Γιατί η αθώα ηλικία σπεύδει εις την άφεσιν των αμαρτιών; Επιθυμεί ίσως να συμπεριφερθεί σε πρόσκαιρα πράγματα με μεγαλύτερα προσοχή, και τα θεϊκά αγαθά να εμπιστευθεί σε κάποιον, στον όποιον δεν εμπιστεύεται ακόμη τα γήινα;» (Τερτυλ, Περί βαπτ. 18).


Ο άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί οτι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να Καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ' 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;». «Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, ,αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι' αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες »(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, πού γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ' 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ' 7) και υπογραμμίζει:
«Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, πού ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ' 28, ΕΠΕ 4,339).
 
«Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).

Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων 
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος 
Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας

Αναδημοσιευση:  http://www.egolpion.net/baptisma.el.aspx 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ ΟΙ ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Ο ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ
Ὁ μήνας ᾽Ιούνιος καταυγάζεται ἀπό τή μεγάλη ἑορτή τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (29 ᾽Ιουνίου). Δέν πρόκειται περί μίας ἁπλῆς ἑορτῆς, ὅπως συνήθως ἑορτάζουμε τίς ὑπόλοιπες ἑορτές τῶν ἁγίων μας: νά θυμηθοῦμε τήν κατά Χριστόν πολιτεία τους καί στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας νά τούς μιμηθοῦμε. Στόν ἐναγκαλισμό τῶν δύο ἀποστόλων, ὅπως τόν βλέπουμε στή γνωστή εἰκόνα τους, ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλε τή σύζευξη τῆς πίστεως καί τῶν ἔργων, μέ ἄλλα λόγια εἶδε τούς ἀποστόλους αὐτούς ὡς σύμβολο καί τύπο τῆς παραδόσεώς της.
Ὑπῆρξε, καί ὑπάρχει ἀκόμη σέ ὁρισμένους αἱρετικούς, ἡ ἄποψη ὅτι οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι ἀκολουθοῦν διαφορετικές παραδόσεις καί ἐκφράζουν διαφορετικές θεολογίες: ὁ ἀπόστολος Πέτρος – λένε -  τονίζει τά ἔργα ὡς δρόμο σωτηρίας, γεγονός πού τόν σχετίζει περισσότερο μέ τήν ᾽Ιουδαϊκή παράδοση, καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει κυρίως τήν πίστη, ἄρα εἶναι ὁ ρηξικέλευθος καί ὁ ἀληθινός χριστιανός. Τόν Πέτρο εἶδαν πολλοί ὡς πρότυπο τῆς θεολογίας τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἡ ὁποία πράγματι ὑπερτονίζει τά καλά ἔργα εἰς βάρος συχνά τῆς πίστεως, καί τόν Παῦλο ἀπό τήν ἄλλη σχέτισαν μέ τόν Προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ὑποβαθμίζει τά ἔργα ὑπέρ τῆς πίστεως.
Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους ὅμως μία τέτοια διασπασμένη κατανόηση τῆς θεολογίας τῶν ἀποστόλων αὐτῶν ἀποτελεῖ μεγάλη πλάνη. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο ἀπόστολοι ἐκφράζουν τήν ἴδια τελικῶς θεώρηση τῆς πίστεως. Δέν προβάλλει ἄλλον Χριστό ὁ Πέτρος καί ἄλλον ὁ Παῦλος. Καί οἱ δύο καταθέτουν τήν ἴδια ἐμπειρία, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, γιά τήν ὁποία καί οἱ δύο ἔδωσαν μέ μαρτυρικό τρόπο τή ζωή τους. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε πού τούς φώτιζε, ἦταν καί εἶναι πάντοτε τό ἴδιο. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά παράδειγμα, τονίζει τήν πίστη ὡς προϋπόθεση τῆς σωτηρίας, ἐξαγγέλλει τήν κοινή μαρτυρία καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ποεξάρχοντος τοῦ Πέτρου (Βλ. π.χ. Α´Πέτρ. 1, 5-9. 21κ.ἀ.), κατά τήν ὁποία, ναί μέν ῾ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται᾽ (Ρωμ. 1,17), ἀλλά ἡ πίστη αὐτή ἐκφράζεται μέ τά ἔργα τῆς πίστεως, μέ τή μετάνοια δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τόν καρπό τῆς πίστεως, τήν ἀγάπη. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽ (Γαλ. 5, 6) κατά τή συνοπτική διατύπωσή του, πού σημαίνει ὅτι τότε ἡ χριστιανική πίστη ζωντανεύει καί ἐνεργοποιεῖται, ὅταν ἀκολουθεῖ τόν δρόμο τῆς ἀγάπης. Πρόκειται γιά διαφορετική διατύπωση τῆς διδασκαλίας καί τοῦ ἀποστόλου ᾽Ιακώβου, κατά τήν ὁποία ῾ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽ (2, 18). Διαφορετικά, ἡ πίστη μόνη μπορεῖ νά θεωρηθεῖ καί ὡς δαιμονική, ἀφοῦ ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσιν καί φρίττουσι᾽( ᾽Ιακ. 2,19).
῎Ετσι πίστη καί ἔργα (πίστεως) συμπορεύονται στή χριστιανική παράδοση, ἐνῶ ὁποιαδήποτε διάσπαση τῆς πίστεως ἀπό τά ἔργα ἑρμηνεύεται ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς συγχύσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ διασπασμένου νοῦ τῶν αἱρετικῶν. Ἡ ἐσωτερική δηλαδή διάσπαση, τήν ὁποία ζοῦν οἱ αἱρετικοί, λόγω τῆς ἐνεργούσας μέσα τους ἁμαρτίας, τούς ὁδηγεῖ καί στό νά βλέπουν διασπασμένη τή θεολογία τῶν ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Μέ ἄλλα λόγια καί στό σημεῖο αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἡ ψυχολογική ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία  ὁ κάθε ἄνθρωπος γιά τήν κατανόηση τοῦ κόσμου προβάλλει στήν πραγματικότητα τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό: αὐτό πού ζεῖ, τό προεκτείνει καί πρός τά ἔξω.
Στήν πιθανή ἔνσταση ὅτι ἱστορικά ὑπῆρξε κάποια σύγκρουση τῶν πρωτοκορυφαίων - ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος τότε πού ῾ἦρθε ὁ Πέτρος στήν ᾽Αντιόχεια, τοῦ ἀντιμίλησε κατά πρόσωπο, γιατί ἦταν ἀξιοκατάκριτος. Γιατί πρίν ἔρθουν μερικοί ἄνθρωποι τοῦ ᾽Ιακώβου, ἔτρωγε στά κοινά δεῖπνα μαζί μέ τούς ἐθνικούς. Σάν ἦρθαν ὅμως, ὑποχωροῦσε καί διαχώριζε τή θέση του, ἐπειδή φοβόταν τούς ᾽Ιουδαίους᾽ (Πρβλ. Γαλ. 2,11 ἑξ.) - ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι διαφορετική: ἡ διαφωνία ἦταν γιά τήν τακτική τοῦ Πέτρου ἀπέναντι στούς ἐθνικούς καί ὄχι γιά τήν πίστη καί τήν ἀλήθεια πού ζοῦσε. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, εἴπαμε, πρόβαλε καί προβάλλει συνεχῶς τήν  ἑ ν ό τ η τ ά  τους μέσα καί ἀπό τήν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τους, ὅπου τούς τοποθετεῖ σέ ἐναγκαλισμό.
Ἡ μεγάλη λοιπόν ἑορτή τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, πού ἡ ᾽Εκκλησία μας τή συνοδεύει καί μέ νηστεία (γι᾽ αὐτούς γίνεται ἡ νηστεία καί ὄχι γιά τήν ἑπομένη, τῆς σύναξης τῶν ἀποστόλων), μᾶς ὑπενθυμίζει τή βασική ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε καί νά σχετιστοῦμε μέ τόν Χριστό, ἄν μαζί μέ τήν πίστη μας σέ ᾽Εκεῖνον δέν κινητοποιηθεῖ καί ὅλη ἡ ζωή μας. Μέ ἁπλά λόγια, ἡ ἀγάπη μας γιά τόν συνάνθρωπο (αὐτό σημαίνει κυρίως κινητοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ μας) ἀποτελεῖ καί τή σπουδαιότερη ἐπιβεβαίωση τῆς πραγματικῆς πίστεώς μας.








Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/06/29.html#ixzz35jUCJMPG 

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Ι.ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΑΙΤΩΛΟΥ Ν.ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΑΝΑΚΚΟΙΝΩΣΗ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΟΣ



 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ Ν.ΙΩΝΙΑΣ – ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ 
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ Ν.ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ 
 ΤΗΛ. 210 2527723 
   ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΟΣ
Το φαινόμενο της επανεμφάνισης ποικίλων αιρέσεων και παραθρησκευτικών ομάδων στην Ελλάδα, όπου ιδρύθηκε η αγία μας Εκκλησία από τον Απόστολο Παύλο ,καθώς και στην περιοχή μας, προκαλεί  σύγχυση στους Ορθοδόξους Χριστιανούς αφού οι διάφοροι αιρετικοί και ιδιαίτερα οι λεγόμενοι «Μάρτυρες του Ιεχωβά», προσπαθούν να τους παγιδεύσουν χρησιμοποιώντας  χωρία της Αγίας Γραφής ερμηνευμένα όμως σύμφωνα με την δική τους αντίληψη που είναι παντελώς ξένη με την Διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Μέσα στα πλαίσια της Ποιμαντικής μας ευθύνης επιθυμία μας είναι να ενημερώνουμε άμεσα όσους προσεγγίζονται από οποιαδήποτε αίρεση η παραθρησκευτική ομάδα ,η με επίσκεψη των ιδίων στον Ιερό Ναό προς ενημέρωση η με επίσκεψη της Αντιαιρετικής Ομάδος στην κατοικία τους προς επίλυση κάθε απορίας ακόμα και επιτόπιο διάλογο με οποιονδήποτε αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Για τον λόγο αυτό παρακαλούμε θερμά όσους δέχονται επισκέψεις αιρετικών στις κατοικίες τους να επικοινωνούν αμέσως με τον Ιερό μας Ναό στο τηλέφωνο 210 2527723 .    


Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ -ΕΥΧΗ ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΑΣ Μητροπολίτου Ν.Ιωνίας ΤΙΜΟΘΕΟΥ

ΕΥΧΗ ΕΠΙ ΕΥΛΟΓΙΑ ΠΙΤΑΣ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ 
 Μητροπολίτου Ν.Ιωνίας και Φιλαφελφείας ΤΙΜΟΘΕΟΥ  

 Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Ουράνιος Άρτος,
ο της βρώσεως της μενούσης εις τον αιώνα
πλουσιοπάροχος χορηγός,
ο δοτήρ των αγαθών,
ο δέ Ηλιού τροφήν αγεώργητον πηγάσας,
η ελπίς των απηλπισμένων,
η βοήθεια των αβοηθήτων και σωτηρία των ψυχών ημών.
Ευλόγησον τα δώρα ταύτα
και τους ταύτα σοι προσκομίσαντας,
εις δόξαν σήν και τιμήν
του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος Φανουρίου.
Παράσχου δέ, αγαθέ,
τοις ευπρεπίσασι τους πλακούντας τούτους,
πάντα τά εγκόσμια καί υπερκόσμια αγαθά σου.
Εύφρανον αυτούς εν χαρά μετά του προσώπου σου,
δείξον αυτοίς οδούς προς σωτηρίαν.
Τα αιτήματα τών καρδιών αυτών καί πάσαν
τήν βουλήν αυτών ταχέως πλήρωσον,
οδηγών αυτούς προς εργασίαν τών εντολών σου,
ίνα διά παντός εν ευφροσύνη καί αγαλλιάσει
υμνώσι καί δοξάσωσι
το πάντιμον καί μεγαλοπρεπές όνομά σου,
πρεσβείαις της υπερευλογημένης Θεοτόκου,
του αγίου ένδοξου νεομάρτυρος Φανουρίου,
του Θαυματουργού, καί πάντων σου τών αγίων.  Αμήν 

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ 
Ήχος δ΄. Βασίλειον διάδημα
Ουράνιον εφύμνιον εν γη τελείται λαμπρώς, επίγειον πανήγυριν νυν εορτάζει φαιδρώς Αγγέλων πολίτευμα, άνωθεν υμνωδίαις, ευφημούσι τους άθλους, κάτωθεν Εκκλησία την ουράνιον δόξαν. ην εύρες πόνοις και άθλοις τοις σοις, Φανούριε ένδοξε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ 
Ήχος γ΄. Η Παρθένος σήμερον
Ιερείς διέσωσας αιχμαλωσίας αθέου και δεσμά συνέθλασας δυνάμει Θεία, Θεόφρον, ήσχυνας τυράννων θράση γενναιοφρόνως, ηύφρανας Αγγέλων τάξεις Μεγαλομάρτυς, δια τούτο σε τιμώμεν, θείε οπλίτα, Φανούριε ένδοξε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Τους ασπαζομένους την σην σεπτήν εικόνα εν πίστει και αιτούντας σην αρωγήν, Μάρτυς, κληρονόμους της Θείας Βασιλείας, Φανούριε, λιταίς σου πάντας ανάδειξον.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ 
Ποίημα Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου 
Χαίροις ὦ Φανούριε ἀθλητά, ὁ πᾶσι παρέχων, τὰ αἰτήματα συμπαθῶς· χαίροις εὐσεβούντων, ὁ μέγας ἀντιλήπτωρ, καὶ πάσης Ἐκκλησίας, θεῖον ἀγλάισμα.



Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ 

Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.

 Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.

 Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.
Ο Άγιος Φανούριος
1. Γενικά για τη ζωή του
Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.
 Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύ­προ.
2. Η εύρεση της εικόνας 


Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.
Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπί­τια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφ­νικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιό­τατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό ει­κόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώρι­ζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.
Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.
Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.
Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.
Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.
Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.
Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.
ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.
Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.
Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.
Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.
Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.
ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.
ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλό­γες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκ­φράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έ­τσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βά­σανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.


3.    Το χτίσιμο του ναού

Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νεί­λος, όταν μελέτησε επισταμένα την ει­κόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φα­νούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότε­ρους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Α­μέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμό­να του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρό­δο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην πα­λιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο να­ός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστια­νών.
4.    Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας 
Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανου­ρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακό­λουθα:
1.   Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως εί­ναι ελληνικής καταγωγής.
2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορ­φωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρί­σκονταν στο αποκορύφωμά τους.
5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύε­ται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
7.   Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά
ηλικία.

5.    Θαύματα του Αγίου

Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο: 
Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρ­χιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό). 
Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστι­κό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί. 
Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρι­σευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέ­λαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες. 
Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκειά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελ­πίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχ­μαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς. 
Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέν­τη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προ­σεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών. 
Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφι­σμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανού­ριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευ­θερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, δια­φορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμ­βαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυ­τό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρ­χισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρό­πο.  
Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υ­ποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώ­θηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς. 
Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες α­ποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε. 
Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υ­γεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευ­θερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου.  
Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

6. Η πίτα του Αγίου Φανουρίου 

Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθι­μο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας. 
Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογ­γυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχα­ρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλι­κά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο. 
Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Ά­γιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρ­ρωστο και άλλα παρόμοια. 

Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.