Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΜΕ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ Υπαπαντής του Κυρίου



Ψαλλόμενα ἐν τή θ΄ ὠδή - Ἦχος γ΄

Ἀκατάληπτόν ἐστι, τό τελούμενον ἐν σοῖ,
καί Ἀγγέλοις καί βροτοῖς, Μητροπάρθενε ἁγνή.
(Εἶναι ἀδύνατο νά καταλάβουν καί οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι αὐτό πού συμβαίνει καί τελεῖται μέσα Σου, Θεοτόκε, Μητροπάρθενε καί ἁγνή).



Ἀγκαλίζεται χερσίν, ὁ Πρεσβύτης Συμεών,
τόν τοῦ νόμου Ποιητήν, καί Δεσπότην τοῦ παντός.
(Μέ τά χέρια τοῦ ὁ γέροντας Συμεών ἀγκαλιάζει Αὐτόν, πού ἔδωκε στούς ἀνθρώπους τόν νόμο, δηλαδή τόν Δεσπότη καί Κύριo τοῦ παντός).

Βουληθεῖς ὁ Πλαστουργός, ἴνα σώση τόν Ἀδάμ,
μήτραν ὤκησε τήν σήν, τῆς Παρθένου καί ἁγνῆς.
(Ἐπειδή ὁ Θεός καί πλάστης τοῦ ἀνθρώπου θέλησε νά σώσει τόν Ἀδάμ, κατοίκησε μέσα στή δική Σου μήτρα, σέ ἐσένα τήν Παρθένο καί ἁγνή).



Γένος ἅπαν τῶν βροτῶν, μακαρίζει σέ Ἁγνή,
καί δοξάζει σέ πιστῶς, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
(Ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων Σέ καλοτυχίζει καί Σέ δοξάζει, Ἁγνή Θεοτόκε μέ πίστη, γιατί εἶσαι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ).

Δεῦτε ἴδετε Χριστόν, τόν Δεσπότην τοῦ παντός,
ὄν βαστάζει Συμεών, σήμερον ἐν τῷ ναῶ.
(Ἐλᾶτε νά δεῖτε τόν Χριστό, τόν Δεσπότη τοῦ παντός, νά Τόν κρατᾶ στά χέρια του ὁ Συμεών, σήμερα στόν ναό).



Ἐπιβλέπεις πρός τήν γῆν, καί ποιεῖς τρέμειν αὐτήν,
καί πῶς γέρων κεκμηκῶς, σέ κατέχει ἐν χερσί;
(Ἕνα Σου βλέμμα ρίχνεις πάνω στή γῆ καί τήν κάνεις νά τρέμει καί πῶς τώρα ἕνας κατάκοπος γέροντας Σέ κρατάει στά χέρια του;)

Ζήσας ἔτη Συμεών, ἕως εἶδε τόν Χριστόν,
καί ἐβόα πρός αὐτόν, Νῦν ἀπόλυσιν ζητῶ.
(Ὁ Συμεών ἔζησε πολλά χρόνια μέχρις ὅτου εἶδε τόν Χριστό, καί μέ δυνατή φωνή τοῦ εἶπε: Τώρα εὐχαριστημένος πού Σέ εἶδα Σου ζητῶ νά μέ ἀπολύσεις ἀπό τούτη τή ζωή).



Ἡ λαβίς ἡ μυστική, ἡ τόν ἄνθρακα Χριστόν,
συλλαβοῦσα ἐν γαστρι, σύ ὑπάρχεις Μαριάμ.
(Σύ Παρθένε Μαρία εἶσαι ἡ μυστική λαβίδα, πού μέσα Σου συνέλαβες τόν Χριστό, πού εἶναι ὡς Θεός, ἄνθρακας γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο).

Θέλων ἐνηνθρώπησας, ὁ προάναρχος Θεός,
καί ναῶ προσφέρεσαι, τεσσαρακονθήμερος.
(Μέ τή θέλησή Σου ἔγινες ἄνθρωπος Σύ πού εἶσαι Θεός πρό πάντων τῶν αἰώνων καί μέ τή θέλησή Σου, τηρώντας τίς διατάξεις τοῦ νόμου, προσφέρεσαι στό ναό σάν βρέφος σαράντα ἡμερῶν).



Κατελθόντ’ ἐξ οὐρανοῦ, τόν Δεσπότην τοῦ παντός,
ὑπεδέξατο αὐτόν, Συμεών ὁ Ἱερεύς.
(Ὅταν κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς ὁ Δεσπότης τοῦ κόσμου ὅλου, τόν ὑποδέχθηκε στόν ναό ὁ Συμεών ὁ ἱερεύς).

Λάμπρυνόν μου τήν ψυχήν, καί τό φῶς τό αἰσθητόν,
ὅπως ἴδω καθαρῶς, καί κηρύξω σέ Θεόν.
(Δῶσε λάμψη στήν ψυχή μου καί καθάρισε τό φῶς τῶν αἰσθήσεών μου, γιά νά Σέ ἰδῶ ξεκάθαρα καί νά Σέ κηρύξω σάν Θεό). 



Μητροπάρθενε ἁγνή, τί προσφέρεις τῷ ναῶ,
νέον βρέφος ἀποδούς, ἐν ἀγκάλαις Συμεών;
(Θεοτόκε, μητέρα καί παρθένε, τί προσφέρεις στόν ναό, δίνοντας στά χέρια τοῦ Συμεών ἕνα νέο Βρέφος σαράντα ἡμερῶν;)

Νῦν ἀπόλυσιν ζητῶ, ἀπό σου τοῦ Πλαστουργοῦ,
ὅτι εἶδον σέ Χριστέ, τό σωτήριόν μου φῶς.
(Τώρα πιά ζητῶ ἀπό Σένα πού μέ ἔπλασες μέ τά χέρια Σου, νά μέ ἀπολύσεις ἀπό τούτη τή ζωή, γιατί εἶδα Ἐσένα, πού εἶσαι τό Φῶς πού σώζει ὅλους τους ἀνθρώπους ἀλλά καί ἐμένα).



Ὄν οἱ ἄνω λειτουργοί, τρόμω λιτανεύουσι,
κάτω νῦν ὁ Συμεών, ἀγκαλίζεται χερσί.
(Αὐτόν πού οἱ οὐράνιοι λειτουργοί, δηλαδή οἱ ἄγγελοι, μέ τρόμο τόν λατρεύουν καί ὑπηρετοῦν, ἐδῶ κάτω στή γῆ ὁ Συμεών ἀγκαλιάζει μέ τά χέρια του).

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι
Ἡ τή φύσει μέν Μονάς, τοῖς προσώποις δέ Τριάς,
φύλαττε τούς δούλους σου, τούς πιστεύοντας εἰς σέ.
(Ἁγία Τρίας, πού εἶσαι κατά τήν φύση Σου μονάδα ἀλλά κατά τά πρόσωπα, πού σέ ἀποτελοῦν τριάδα, φύλαγε τούς δούλους Σου, πού πιστεύουν σέ Σένα).



Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν
Θεοτόκε ἡ ἐλπίς, πάντων τῶν Χριστιανῶν,
Σκέπε, φρούρει, φύλαττε, τούς ἐλπίζοντας εἰς σέ.
(Θεοτόκε, σύ ἡ ἐλπίδα ὅλων τῶν Χριστιανῶν, σκέπασε, φρούρησε καί φύλαγε ὅλους, ὅσοι ἐλπίζουν σέ Σένα).

Ὁ Εἱρμός
Ἐν νόμω σκιά καί γράμματι, τύπον κατίδωμεν οἱ πιστοί, πᾶν ἄρσεν τό τήν μήτραν διανοῖγον, ἅγιον Θεῶ, διό πρωτότοκον Λόγον, Πατρός Ἀνάρχου Υἱόν, πρωτοτοκούμενον Μητρί, ἀπειράνδρω μεγαλύνωμεν. 



Ερμηνευτικόν υπόμνημα " Εις τας Καταβασίας της αγίας εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου", έχει δημοσιεύσει ο Μητροπολίτης Ν.Ιωνίας καί Φιλαδελφείας Κωνσταντίνος το 2006 στον εόρτιο τόμο προς τιμή του Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη (Καλαμάτα 2006)



Μεγαλυνάριον Ποίημα Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου

Σήμερον ἡ Πάναγνος Μαριάμ, τῷ Ναῷ προσάγει, ὥσπερ βρέφος τὸν Ποιητήν, ὃν ἐν ταῖς ἀγκάλαις, ὁ Πρέσβυς δεδεγμένος, Θεὸν αὐτὸν κηρύττει, κἂν σάρκα εἴληφε. 


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ 
Ήχος α’.
Χαίρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, εκ σου γαρ ανέτειλεν ο Ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών, φωτίζων τους εν σκότει. Ευφραίνου και συ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος εν αγκάλαις τον ελευθερωτήν των ψυχών ημών, χαριζόμενον ημίν και την Ανάστασιν.





ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ 
Ήχος α’.

Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας τω τόκω σου, και χείρας του Συμεών ευλογήσας ως έπρεπε, προφθάσας και νυν έσωσας ημάς Χριστέ ο Θεός. Αλλ’ ειρήνευσον εν πολέμοις το πολίτευμα, και κραταίωσον Βασιλείς ους ηγάπησας, ο μόνος φιλάνθρωπος.



ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ


Το γεγονός αυτό εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο Β', στ. 22-35. Συνέβη σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό κατά το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» και για να προσφέρουν θυσία, που αποτελούνταν από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Κατά τη μετάβαση αυτή, δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του ο υπερήλικας Συμεών. Αυτό το γεγονός αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ήλθε να καταργήσει τον Μωσαϊκό νόμο, όπως ισχυρίζονταν οι υποκριτές Φαρισαίοι και Γραμματείς, αλλά να τον συμπληρώσει, να τον τελειοποιήσει.
Τα βυζαντινά χρόνια, η Υπαπαντή γιορταζόταν ως μικρή γιορτή στις 14 Φεβρουαρίου, ωστόσο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός την ανήγαγε σε δεσποτική το 542 και επέβαλε να εορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου, ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για έναν λοιμό που έπληττε την επικράτεια του.

Κατά την ολονυκτία της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη, οι βασιλείς συνήθιζαν να παρευρίσκονται στο Ναό των Βλαχερνών. Η συνήθεια αυτή εξακολούθησε μέχρι τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας.